Βιομηχανία και μεταποίηση περιμένουν περισσότερα για το ενεργειακό κόστος

You are currently viewing Βιομηχανία και μεταποίηση περιμένουν περισσότερα για το ενεργειακό κόστος

Με το βλέμμα στην εξειδίκευση των μέτρων του ΥΠΕΝ αλλά και του Υπουργείου Ανάπτυξης, που εφεξής θα διαχειρίζεται θέματα που σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος στο πλαίσιο του ελληνικού οικονομικού πακέτου του Social Climate Fund (Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα της ΕΕ).

Α-Energy Newsroom

Στον απόηχο των αρχικών εξαγγελιών για την ενέργεια της 90ής ΔΕΘ, βιομηχανία και μεταποίηση παραμένουν ιδιαίτερα επιφυλακτικές σε ό,τι αφορά την εκλογίκευση του ενεργειακού κόστους, ενώ αναμένουν με αγωνία την παραπέρα εξειδίκευση των σχετικών μέτρων. Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι, πέρα από την εξειδίκευση των μέτρων του ΥΠΕΝ, αναμένεται και η παραπέρα εξειδίκευση των μέτρων του Υπουργείου Ανάπτυξης, που εφεξής θα διαχειρίζεται θέματα που σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος και την προστασία του περιβάλλοντος στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στο πλαίσιο του ελληνικού οικονομικού πακέτου του Social Climate Fund (Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα της ΕΕ).

Αναλυτικότερα: Σύμφωνα με σχετικές ανακοινώσεις επιχειρηματικών φορέων, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες η επίδραση είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του προέδρου της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του ΕΒΕΑ, Γιάννη Μπρατάκου, ο οποίος χαρακτήρισε τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ένα «βήμα», αλλά όχι το άλμα που χρειάζεται σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα. Όπως σημείωσε, το κόστος λειτουργίας παραμένει υψηλό, ενώ η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.

Περιμέναμε περισσότερα…

Ακόμα πιο προβληματισμένη είναι η αποτίμηση του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, ο οποίος θέτει στο επίκεντρο το υψηλό λειτουργικό και ενεργειακό κόστος, την περιορισμένη ρευστότητα, τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις και τη δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Παράλληλα, επισημαίνει το αυξανόμενο κόστος της ψηφιακής συμμόρφωσης, καθώς οι συνεχώς νέες υποχρεώσεις ψηφιοποίησης δεν συνοδεύονται, όπως σημειώνει, από αντίστοιχα κίνητρα και εργαλεία για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, Θοδωρή Καπράλο, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις «περίμεναν περισσότερα», ενώ υπογραμμίζει πως το ζητούμενο πλέον ξεπερνά τη φορολογία. «Η χώρα χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο για το επιχειρείν», με μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγή, τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την εξωστρέφεια.

Ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, αναγνωρίζει την κατεύθυνση 1,5 δισ. ευρώ μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ωστόσο εκφράζει απογοήτευση για την απουσία πιο δραστικών παρεμβάσεων απέναντι στην ακρίβεια, το ιδιωτικό χρέος και τις στρεβλώσεις στην αγορά. Η συνολική του εκτίμηση είναι ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως ο «φτωχός συγγενής» της αγοράς, παρά τη συμβολή τους στην οικονομία και την απασχόληση.

Κι ενώ οι ανακοινώσεις επιχειρηματικών φορέων και Επιμελητηρίων συνεχίζονται, απηχώντας το αβέβαιο κλίμα που επικρατεί ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα μάτια στρέφονται στην αναμενόμενη εξειδίκευση από ΥΠΕΝ και Υπουργείο Ανάπτυξης των μέσων που θα έχουν μετρήσιμο και διατηρήσιμο αποτέλεσμα στο ενεργειακό κόστος.

Μείωση ενεργειακού κόστους για τις ΜΜΕ μέσω Social Climate Fund

Προς αυτή την κατεύθυνση αναμένονται: Η εξειδίκευση από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, των δράσεων στο πλαίσιο του ελληνικού οικονομικού πακέτου του Social Climate Fund (Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα) της ΕΕ, τη διαχείριση του οποίου αναλαμβάνει το Υπουργείο Ανάπτυξης. Με κεφάλαια ύψους 681 εκατ. ευρώ θα ενισχυθούν στην περίοδο έως το 2032 οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος και την προστασία του περιβάλλοντος.

Εν αναμονή των εξελίξεων και μιλώντας στη γενική συνέλευση της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ), ο κ. Θεοδωρικάκος διευκρίνισε ότι από το σύνολο των 681 εκατομμυρίων, τα 396 εκατ. θα κατευθυνθούν στη βελτίωση και μείωση του ενεργειακού κόστους της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Αυτό αφορά «κάθε δουλειά που μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι μπορεί να γίνει για τη μείωση του ενεργειακού κόστους μέσα σε μία μικρομεσαία επιχείρηση και στην υποδομή της».

Τα υπόλοιπα 285 εκατ. ευρώ θα χρηματοδοτήσουν ανανέωση στόλου οχημάτων με περιβαλλοντικά φιλικό τρόπο. «Πρόκειται, άρα, για πράγματα τα οποία μπορεί να ενδιαφέρουν μια πολύ μεγάλη γκάμα μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων», τόνισε ο υπουργός Ανάπτυξης.

Τι θα γίνει με τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις

Το παράλληλο στοίχημα είναι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα για τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις που βρίσκονται αντιμέτωπες με τον ανταγωνισμό της υπόλοιπης Ευρώπης αλλά και χωρών εκτός ΕΕ.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε συγκεκριμένο στόχο: μείωση κατά 30% του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας μέσα στην επόμενη τριετία. Ήδη από τον Απρίλιο η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει πακέτο μέτρων συνολικού ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ, με βασικούς άξονες τη στήριξη μέσω της αντιστάθμισης του κόστους CO₂ και τη μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ.

Ο συντελεστής αντιστάθμισης

Για την περίοδο 2026-2030 «κλείδωσε» συντελεστής αντιστάθμισης CO₂ στο 0,82 tCO₂/MWh, έναντι 0,58 που προβλέπει το βασικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η επιλογή αυτή μεταφράζεται σε πρόσθετη στήριξη περίπου 75 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Παράλληλα, από την 1η Ιουλίου 2026 οι χρεώσεις ΥΚΩ για τη βιομηχανία μέσης και υψηλής τάσης μειώθηκαν κατά 50%, μέτρο που αφορά περίπου 23.000 καταναλωτές και έχει ετήσιο κόστος περίπου 26 εκατ. ευρώ.

Όμως, για να μειωθεί πραγματικά και διατηρήσιμα το κόστος, χρειάζεται περισσότερη φθηνή παραγωγή, περισσότερες διασυνδέσεις, μεγαλύτερη αποθήκευση και καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ.

Ακριβώς γι’ αυτό ο πρωθυπουργός συνέδεσε την προσπάθεια για τη βιομηχανία τόσο με την ανάπτυξη των ΑΠΕ όσο και με την ανάπτυξη των ηλεκτρικών διασυνδέσεων. Οι ΥΚΩ χρηματοδοτούν, μεταξύ άλλων, το κόστος ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών από πετρελαϊκές μονάδες, όπου το κόστος παραγωγής είναι πολλαπλάσιο εκείνου του ηπειρωτικού συστήματος. Οι διασυνδέσεις, λόγου χάριν, της Κρήτης και των Κυκλάδων έχουν ήδη αλλάξει την εξίσωση, με την εξοικονόμηση από το κόστος των ΥΚΩ να εκτιμάται σε περίπου 509 εκατ. ευρώ για το 2026, 523 εκατ. ευρώ το 2027, 536 εκατ. ευρώ το 2028, 547 εκατ. ευρώ το 2029 και 630 εκατ. ευρώ το 2030.

Το όφελος που δεν έχει αποτυπωθεί

Το όφελος, πάντως, δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στον ίδιο βαθμό στους λογαριασμούς των καταναλωτών, καθώς στον Ειδικό Λογαριασμό ΥΚΩ έχει συσσωρευτεί έλλειμμα. Μέρος του αναμένεται να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω αποκλιμάκωση των σχετικών χρεώσεων από το 2027.

Η κυβέρνηση συνδέει, επίσης, ευθέως τη μείωση του ενεργειακού κόστους με την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ. Η λογική είναι ότι όσο αυξάνεται η συμμετοχή φθηνότερης εγχώριας παραγωγής στο ενεργειακό μείγμα, τόσο περιορίζεται η ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες θερμικές μονάδες και σε εισαγόμενα καύσιμα.

Η ελληνική αγορά, ωστόσο, δεν λειτουργεί απομονωμένα από τις διεθνείς εξελίξεις. Όσο το φυσικό αέριο παραμένει οριακό καύσιμο για τη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές περνούν και στην εγχώρια αγορά.

Με την τιμή του φυσικού αερίου στο ευρωπαϊκό hub TTF να κινείται τις τελευταίες ημέρες πάνω από τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης ανόδου του αερίου, οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού θα μπορούσαν να δεχθούν εκ νέου ισχυρές πιέσεις. Για το πώς, λοιπόν, θα πετύχει στην πράξη ο στόχος του 30%, ειδικά για τη βιομηχανία και μεταποίηση, αναμένεται με ενδιαφέρον η παραπέρα εξειδίκευση του ΥΠΕΝ.

Διαβάστε ακόμα: ΔΕΘ 2026: Οι ενεργειακές εξαγγελίες Μητσοτάκη και Παπασταύρου – Το σχέδιο για ρεύμα, ΑΠΕ, φυσικό αέριο και διασυνδέσεις