Δημήτρης Φούρλαρης: Γιατί και πώς αλλάζουν τα κριτήρια αξιολόγησης των επενδύσεων ΑΠΕ

You are currently viewing Δημήτρης Φούρλαρης: Γιατί και πώς αλλάζουν τα κριτήρια αξιολόγησης των επενδύσεων ΑΠΕ

Τα εγκατεστημένα μεγαβάτ δεν αρκούν πλέον ως δείκτης επιτυχίας, σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο Κλάδου Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ

Στις συνθήκες οι οποίες αλλάζουν τα κριτήρια αξιολόγησης των επενδύσεων ΑΠΕ αναφέρθηκε ο Δημήτρης Φούρλαρης, αντιπρόεδρος του Κλάδου Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ, διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγηση πρέπει να στρέφεται πλέον στην αξία που δημιουργεί κάθε επένδυση για το σύνολο του συστήματος.

Όπως χαρακτηριστικά τόνισε σε ημερίδα του Ελληνογαλλικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου: «Τα εγκατεστημένα μεγαβάτ δεν αρκούν πλέον ως δείκτης επιτυχίας, καθώς μια επένδυση αποκτά στρατηγική σημασία όταν επιλύει ένα κρίσιμο πρόβλημα, δημιουργεί νέες εμπορικές συνδέσεις, μειώνει τις εισαγωγές, αξιοποιεί ενέργεια που διαφορετικά θα χανόταν ή αυξάνει την ενεργειακή ασφάλεια. Επομένως, το μεγάλο στοίχημα της επόμενης μέρας στην ενέργεια είναι η δυνατότητα της καθαρής παραγωγής να φτάνει στον καταναλωτή όταν τη χρειάζεται και με εύλογο κόστος. Αυτό προϋποθέτει ότι οι ΑΠΕ, τα δίκτυα, η αποθήκευση, οι διασυνδέσεις και η ζήτηση θα σχεδιάζονται ως μέρη ενός ενιαίου συστήματος», σύμφωνα πάντα με τον ίδιο.

Μια μεγάλη επένδυση δεν είναι αυτομάτως και στρατηγική

Όπως επίσης επεσήμανε ο Αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ, για περίπου δύο δεκαετίες η ενεργειακή πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη οργανώθηκε ανά τεχνολογία. Διαφορετικοί στόχοι για φωτοβολταϊκά και αιολικά, ξεχωριστά καθεστώτα στήριξης, ανάπτυξη των δικτύων και, στη συνέχεια, προσθήκη της αποθήκευσης. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να απέδωσε στην πρώτη φάση της μετάβασης, σήμερα όμως φτάνει στα όριά της. Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ μετατοπίζει το πρόβλημα από την προσέλκυση νέων επενδύσεων στην ικανότητα του συστήματος να ενσωματώσει αποτελεσματικά την πρόσθετη παραγωγή.

Ένα μεγαβάτ δεν έχει την ίδια αξία σε κάθε περιοχή και κάθε ώρα. Αντίστοιχα, μια μεγάλη επένδυση δεν είναι αυτομάτως στρατηγική. Κατά τον κ. Φούρλαρη, στρατηγικό χαρακτήρα αποκτά όταν επιλύει έναν κρίσιμο περιορισμό: δημιουργεί δυνατότητα σύνδεσης, μειώνει τη συμφόρηση, αξιοποιεί ενέργεια που διαφορετικά θα χανόταν ή επιτρέπει καλύτερη χρήση των υφιστάμενων υποδομών. Το ζητούμενο λοιπόν είναι καθαρή ενέργεια που μπορεί να συνδεθεί, να μεταφερθεί, να αποθηκευτεί, να διακινηθεί και να εξαχθεί, ώστε να είναι διαθέσιμη στον τελικό καταναλωτή την κατάλληλη στιγμή.

Η αξιολόγηση της αποθήκευσης

Αντίστοιχη ήταν η τοποθέτησή του για την αποθήκευση, η οποία πρέπει να αξιολογείται με βάση τη λειτουργία που επιτελεί, ώστε να μη μετατραπεί σε μια νέα κούρσα εγκατάστασης ισχύος. Η αξία της βρίσκεται στη δυνατότητα μεταφοράς της ενέργειας στον χρόνο, στον περιορισμό των περικοπών ανανεώσιμης παραγωγής, στην παροχή ευελιξίας και στην υποστήριξη της ασφάλειας του συστήματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να περιορίσει την ανάγκη άμεσης ενίσχυσης του δικτύου.

Μέρος της λύσης, όπως είπε, πρέπει να γίνει και η ζήτηση. Η παραδοσιακή σχέση, στην οποία η παραγωγή προσαρμόζεται στις ανάγκες του καταναλωτή, γίνεται περισσότερο αμφίδρομη σε ένα σύστημα με υψηλή συμμετοχή ΑΠΕ.

Η βιομηχανία, οι διεργασίες θερμότητας, οι συσκευές και εγκαταστάσεις, όπως τα μεγάλα κέντρα δεδομένων, μπορούν, υπό κατάλληλες προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν ως πηγές ευελιξίας. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται κατάλληλα σήματα τιμών, πρόσβαση στα δεδομένα, τεχνολογία και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις αγορές.

Ο κ. Φούρλαρης συνέδεσε, ωστόσο, αυτή την εξέλιξη με την προστασία του καταναλωτή. Η μετάβαση δεν πρέπει να επιβαρύνει όσους δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα ή τις τεχνικές γνώσεις για να ανταποκρίνονται στις συνθήκες της αγοράς. Η ευελιξία πρέπει να δημιουργεί ευκαιρίες και να αποφεύγει τη διεύρυνση των ανισοτήτων.

Ούτε για τα δίκτυα υπάρχει λευκή επιταγή…

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στις επενδύσεις δικτύων, παραπέμποντας στην εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάγκες άνω των 1,2 τρισ. ευρώ έως το 2040 στα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Η ανάπτυξή τους, όπως είπε, απαιτεί χρόνο, ενώ η ηλεκτροκίνηση, ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας και τα κέντρα δεδομένων δημιουργούν νέες ανάγκες με ταχύτερους ρυθμούς. Γι’ αυτό, όπως εξήγησε, απαιτούνται επενδύσεις που προετοιμάζουν το σύστημα για τη μελλοντική ζήτηση, βάσει τεκμηριωμένων εκτιμήσεων. Ωστόσο, και για τα δίκτυα έθεσε σαφή όρια, τονίζοντας ότι «Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να αποτελεί λευκή επιταγή για επενδύσεις δικτύου». Για να προσθέσει ότι απαιτείται ιεράρχηση, έλεγχος κόστους και αξιολόγηση εναλλακτικών λύσεων, με πρώτη προτεραιότητα την καλύτερη χρήση του δικτύου που ήδη υπάρχει. Στις επιλογές αυτές ενέταξε την ψηφιοποίηση, τις νέες τεχνολογίες διαχείρισης και τις ευέλικτες συνδέσεις. Οι τελευταίες επιτρέπουν, υπό προϋποθέσεις, τη σύνδεση εγκαταστάσεων σε περιοχές περιορισμένης χωρητικότητας, με συμφωνημένους περιορισμούς στην έγχυση ή την απορρόφηση ενέργειας.

Ο ρόλος για τις μπαταρίες

Ανάλογη ήταν η τοποθέτησή του για την αποθήκευση. Ο κ. Φούρλαρης προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να μετατραπεί στην επόμενη κατηγορία επενδύσεων όπου η πρόοδος θα αποτιμάται απλώς με βάση την εγκατεστημένη ισχύ.

Όπως ανέφερε, το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει έως το 2030 περίπου 4,3 GW συσσωρευτών και 1,9 GW αντλησιοταμίευσης. Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, είναι ποια ανάγκη ευελιξίας καλύπτει κάθε έργο, σε ποια θέση, ποιες ώρες και για πόση διάρκεια.

Μια μπαταρία μικρής διάρκειας, η αντλησιοταμίευση, μια διασύνδεση και η προσαρμογή της κατανάλωσης προσφέρουν διαφορετικές υπηρεσίες. Επομένως, ο σχεδιασμός πρέπει να ξεκινά από τις ανάγκες του συστήματος και να αναζητά την οικονομικά αποδοτικότερη λύση.

Στην ίδια κατεύθυνση ενέταξε την ενεργότερη συμμετοχή της ζήτησης, μέσω έξυπνων μετρητών, πρόσβασης στα δεδομένα και κατάλληλων τιμολογιακών κινήτρων. Τόνισε, ωστόσο, ότι η μετάβαση δεν μπορεί να επιβαρύνει όσους δεν διαθέτουν τον εξοπλισμό ή την οικονομική δυνατότητα να προσαρμόζουν συνεχώς την κατανάλωσή τους.

Η ελληνογαλλική συνεργασία και το GSI

Αναφερόμενος τέλος στις δυνατότητες της ελληνογαλλικής ενεργειακής συνεργασίας, επεσήμανε ότι η γαλλική εμπειρία στα σύνθετα συστήματα, στις ενεργειακές υποδομές, στον βιομηχανικό εξοπλισμό και στις τεχνολογίες μπορεί να συνδεθεί με το ενεργειακό δυναμικό της Ελλάδας, τις ανάγκες αποθήκευσης και τις νησιωτικές και διεθνείς διασυνδέσεις. Παράλληλα, η γεωγραφική θέση της χώρας προσδίδει ιδιαίτερη σημασία για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η συνεργασία μπορεί έτσι να επεκταθεί σε ολοκληρωμένες λύσεις για το ενεργειακό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό έκανε αναφορά και στον αγωγό GSI, υπογραμμίζοντας την ευρωπαϊκή διάσταση του έργου και τη σημασία της σύνδεσης της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.