Η αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών, οι επενδύσεις στο δίκτυο διανομής και η αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας ως κορυφαίες προτεραιότητες
Οι ρευματοκλοπές, οι επενδύσεις στα δίκτυα και το ενεργειακό κόστος στη βιομηχανία, βρίσκονται στο άμεσο στόχαστρο της νέας πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΝ, η οποία έχει θέσει ως κορυφαία προτεραιότητα την αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας.
Σε ότι αφορά τις ρευματοκλοπές με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ, παρόλο που σημειώνεται πτωτική τάση αυτή δεν φαίνεται να αρκεί για την επιθετική καταπολέμηση του φαινομένου, πολύ δε περισσότερο για συμβολή στην μείωση των τιμών του ρεύματος. Δεν παύει όμως να είναι σημαντική καθώς, όπως ανέφερε τις προάλλες ο κ. Δημήτρης Τσαλέμης, Διευθυντής Δ/νσης Πελατών Δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ, με την ευκαιρία του 6ου POWER & GAS FORUM το 2023, η αξία των βεβαιωμένων ρευματοκλοπών που ήταν 30 εκατ. ευρώ, το 2024 έφτασε τα 62 εκατ. λόγω των εντατικών ελέγχων.
Μέτρο, που σύμφωνα με τον ίδιο θα συμβάλλει στη μείωση των απωλειών (διότι ένα μεγάλο κομμάτι τους οφείλεται στις ρευματοκλοπές), είναι η αναθεώρηση της ΔΟΤ που έχει ήδη τεθεί ως πρόταση στο ΥΠΕΝ. Ένας ακόμα παράγοντας που θα εξετάσει το υπουργείο σε ότι αφορά το δίκτυο διανομής, είναι η επιτάχυνση των επενδύσεων που είχαν ατονήσει εντελώς λόγω της δεκαετους οικονομικής κρίσης, πλην όμως ακόμα κι αν έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, δεν έχουν όμως ακόμα επανέλθει σε επιθυμητά επίπεδα.
Ο κ. Τσαλέμης πάντως, αναφέρθηκε στην τρέχουσα προσπάθεια εγκατάστασης έξυπνων μετρητών μέσα στο 2025 με τελικό στόχο στην εγκατάσταση 1,5 εκατ. έξυπνων μετρητών οι οποίοι αφορούν στο 20% των συνολικών μετρητών αλλά αντιστοιχούν στο 55% της ενέργειας που καταναλώνεται στο δίκτυο. Αυτοί οι μετρητές είναι απαραίτητοι για την εφαρμογή των δυναμικών τιμολογίων και την απόκριση της ζήτησης από την πλευρά των καταναλωτών η οποία θα βοηθήσει και σε περίπτωση μελλοντικών διαταραχών στις τιμές.
Το ενεργειακό κόστος στη βιομηχανία
Στο μέτωπο της μείωσης του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία, οι υπάρχουσες ευρωπαϊκές εξελίξεις ενισχύουν τις προτάσεις που έχει άμεσα στη διάθεσή του το ΥΠΕΝ και οι οποίες προτείνονται από την ίδια τη βιομηχανία. Ειδικότερα, όπως έχει αναλυτικά γράψει το A Energy, στο προσκήνιο σχετικών ευρωπαϊκών συζητήσεων βρίσκονται εργαλεία, όπως οι Συμβάσεις επί της Διαφοράς CfD, προκειμένου να εξασφαλιστεί φθηνή πράσινη ενέργεια για τη βιομηχανία, με “οδηγό” το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου η βιομηχανία εξασφάλισε ποσότητα 23TWh φορτίου βάσης (baseload) σε τιμή 65 ευρώ η Μεγαβατώρα.
Η λύση των CfDs
Ειδικότερα, στο πλαίσιο πρόσφατης συμφωνίας με την κρατική εταιρεία GSE που είναι ο αντίστοιχος ΔΑΠΕΕΠ της Ιταλίας (διαχειριστής των ΑΠΕ), ενεργοβόρες ιταλικές βιομηχανίες, συγκέντρωσαν συλλογικά την κατανάλωσή τους και υπέγραψαν σύμβαση CfD με σταθερή τιμή 65 ευρώ η Μεγαβατώρα για το 25% της κατανάλωσής τους για τρία χρόνια. Ο ιταλικός δηλαδή ΔΑΠΕΕΠ, θα παράσχει συνολικά σε αυτές τις βιομηχανίες περίπου 23 Τεραβατώρες (Μία TWh ισούται με 1.000.000 Μεγαβατώρες) στην φθηνή τιμή των 65 ευρώ η Μεγαβατώρα. Από τη δική τους πλευρά, οι συμβληθείσες βιομηχανίες, ανέλαβαν την υποχρέωση μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, να υλοποιήσουν ΑΠΕ διπλάσιας δυναμικότητας και να επιστρέψουν ισόποση ποσότητας ενέργειας από ΑΠΕ στην ίδια τιμή.
Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες ακολουθώντας την Ιταλία προωθούν εντατικά τη συγκεκριμένη λύση των CfDs στο πλαίσιο του Clean Industrial Deal (Ευρωπαϊκή Καθαρή Συμφωνία), ενώ στην Ελλάδα, η σχετική πρόταση προωθείται απο την ΕΒΙΚΕΝ – Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών.
Η ΕΒΙΚΕΝ εκτιμά ότι, παρά την πολυπλοκότητά τους, τα CfDs μπορούν να αποτελέσουν λύση συμβατή με την Clean Industrial Deal και στην Ελλάδα, εφόσον ο ΔΑΠΕΕΠ αναλάβει το ρίσκο για την τιμή που θα κλειδώσει στα συμβόλαια με τους παραγωγούς ΑΠΕ ως προς την τιμή της αγοράς. Εφόσον λοιπόν ο διαχειριστής βρει βιομηχανίες και αντίστοιχα προμηθευτές κλειδώνοντας μια συγκεκριμένη τιμή, τότε επί της ουσίας μειώνει το ρίσκο έκθεσής τους στη διακύμανση της αγοράς, σε περίπτωση που οι τιμές στο ενεργειακό χρηματιστήριο υποχωρήσουν σημαντικά.
