Του Ηλία Βέλλιου
Στο Χιούστον, την καρδιά της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, οι υπουργοί Ενέργειας της G20 συζητούν αυτές τις ημέρες για την «ενεργειακή αφθονία».
Η υπουργική συνάντηση της G20 για την Ενέργεια πραγματοποιείται στο Χιούστον από τις 14 έως τις 16 Σεπτεμβρίου, υπό την αμερικανική προεδρία της G20. Στην ατζέντα βρίσκονται η ενεργειακή ασφάλεια, η προσιτή και σταθερή ηλεκτροπαραγωγή, η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και η ασφάλεια των κρίσιμων ορυκτών και των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η επιλογή του Χιούστον δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές πρωτεύουσες του κόσμου και ένα σύμβολο της αμερικανικής πετρελαϊκής ισχύος. Η κυβέρνηση Tράμπ θέλει να βάλει στο επίκεντρο την αύξηση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας, τη μείωση των ρυθμιστικών εμποδίων και την ενίσχυση των παραδοσιακών πηγών ενέργειας.
Την ίδια ώρα, όμως, η παγκόσμια ενεργειακή πραγματικότητα έχει αλλάξει.
Η «ενεργειακή αφθονία» και η επιστροφή στα ορυκτά καύσιμα
Η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον όρο «Energy Abundance» για να περιγράψει μια πολιτική που δίνει προτεραιότητα στην αύξηση της παραγωγής και στη διαθεσιμότητα άφθονης και φθηνής ενέργειας, κυρίως μέσω των ορυκτών καυσίμων. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με τη φιλοσοφία του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της άμεσης «χαλάρωσης» των περιβαλλοντικών περιορισμών.
Στη συνάντηση του Χιούστον, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συνδέσει την ενεργειακή παραγωγή με την οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την εθνική ασφάλεια. Ανάμεσα στους Αμερικανούς αξιωματούχους που συμμετέχουν βρίσκονται ο υπουργός Εσωτερικών Doug Burgum, ο υπουργός Ενέργειας Chris Wright και ο Jarrod Agen από τον Λευκό Οίκο.
Στη συζήτηση συμμετέχουν εκπρόσωποι ισχυρών δυνάμεων, μεταξύ άλλων η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Γερμανία, αλλά και σημαντικοί παραγωγοί ενέργειας όπως ο Καναδάς και η Σαουδική Αραβία. Η Ρωσία, μάλιστα, στέλνει αντιπροσωπεία στο Χιούστον, γεγονός με ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον μετά τον περιορισμό της φυσικής παρουσίας της στις συναντήσεις των G20 τα τελευταία χρόνια λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Η συγκυρία είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η συνεχής αναστάτωση στη ναυσιπλοΐα και στο Στενό του Ορμούζ, οι πιέσεις στις αγορές πετρελαίου και οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων υπενθυμίζουν πόσο ευάλωτο παραμένει το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα. Το οξύμωρο είναι ότι πολλά από τα παραπάνω, αν όχι όλα, συνδέονται άμεσα με την εξωτερική πολιτική Τράμπ.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.
Όσο περισσότερο ο κόσμος εξαρτάται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο που παράγονται και μεταφέρονται μέσα από γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές, τόσο περισσότερο η ενεργειακή ασφάλεια εξαρτάται από την πολιτική και στρατιωτική σταθερότητα.
Δεν χρειάζεται πλέον να υποστηρίξει κανείς ότι όλοι οι πόλεμοι γίνονται μόνο «για το πετρέλαιο», είναι όμως γεγονός ότι οι υδρογονάνθρακες αποτελούν διαχρονικά κρίσιμο γεωπολιτικό παράγοντα και μοχλό πίεσης. Και η σημερινή κρίση το αποδεικνύει για ακόμη μία φορά.
Ο ίδιος ο Τράμπ έχει μιλήσει ανοιχτά τις τελευταίες ημέρες για την οικονομική σημασία του ιρανικού πετρελαίου, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει ακόμη και μέτρα για την ενίσχυση της εγχώριας διύλισης, ώστε να αντιμετωπιστούν οι υψηλές τιμές των καυσίμων, από τις οποίες παραδόξως επωφελούνται οι μεγάλοι χορηγοί του προέδρου των ΗΠΑ.
Η άλλη Αμερική: οι ανανεώσιμες πηγές συνεχίζουν να ανεβαίνουν
Κι όμως, μέσα σε αυτή την πολιτική επιστροφής στα ορυκτά καύσιμα και το δόγμα Drill, baby, drill συμβαίνει κάτι που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.
Η ενεργειακή μετάβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν σταμάτησε.
Αντίθετα, η αμερικανική αγορά συνεχίζει να επενδύει μαζικά στην ηλιακή και αιολική ενέργεια, στις μπαταρίες και στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση των Financial Times, οι νέες εγκαταστάσεις καθαρής ενέργειας στις ΗΠΑ αναμένεται να φτάσουν το 2026 σε επίπεδα ρεκόρ, περίπου 45 GW, ξεπερνώντας κατά περίπου 25% το προηγούμενο ρεκόρ του 2024.
Ο λόγος είναι απλός: η ενεργειακή μετάβαση δεν προχωρά μόνο επειδή το επιβάλλει η περιβαλλοντική πολιτική. Προχωρά επειδή σε πολλές περιπτώσεις έχει γίνει οικονομικά συμφέρουσα.
Η ηλιακή ενέργεια, η αιολική ενέργεια, οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά δίκτυα και η ηλεκτροκίνηση αποτελούν πλέον μέρος μιας τεράστιας επενδυτικής και τεχνολογικής αλλαγής. Ακόμη και σε μια χώρα της οποίας η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει τα ορυκτά καύσιμα, η αγορά κινείται προς ένα πιο διαφοροποιημένο και ηλεκτροποιημένο ενεργειακό σύστημα. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αμερικανικής πραγματικότητας σήμερα.
Η κυβέρνηση μπορεί να αλλάζει πολιτική ή τουλάχιστον να προσπαθεί. Η τεχνολογία, οι επενδύσεις και οι ανάγκες της αγοράς όμως δεν αλλάζουν τόσο εύκολα κατεύθυνση. Θα επανέλθουμε τις επόμενες μέρες με μια σκιαγράφηση του Αμερικανικού ενεργειακού μοντέλου αναδεικνύοντας πως προχωράει ταχύτατα η αμερικανική αγορά προς στον εξηλεκτρισμό.


Το πραγματικό στοίχημα είναι η ενεργειακή ανεξαρτησία
Η συζήτηση στο Χιούστον δεν είναι λοιπόν απλώς μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε πετρέλαιο και ανανεώσιμες πηγές. Είναι μια συζήτηση για το τι σημαίνει πραγματικά ενεργειακή ασφάλεια.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιλέγει να την προσεγγίσει μέσα από την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου και τη χαλάρωση των περιβαλλοντικών κανόνων. Η U.S. Environmental Protection Agency (EPA), μάλιστα, κινείται αυτές τις ημέρες προς την κατάργηση των ομοσπονδιακών περιορισμών στις εκπομπές άνθρακα από σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα και φυσικό αέριο.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική διοίκηση έχει περιορίσει δραστικά τη θεσμική παρουσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στην κλιματική επιστήμη, με την κατάργηση προσωπικού που διαχειριζόταν το Climate.gov και άλλες αλλαγές στις ομοσπονδιακές δομές για το κλίμα και το περιβάλλον οι οποίες έχουν φέρει έντονες αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα.
Όμως η πραγματική ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να μετράται μόνο σε βαρέλια πετρελαίου και κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Μια χώρα είναι περισσότερο ασφαλής όταν μπορεί να παράγει ενέργεια από πολλές διαφορετικές πηγές, όταν μειώνει την εξάρτησή της από εισαγόμενα καύσιμα και όταν διαθέτει ανθεκτικά δίκτυα και επαρκή αποθήκευση. Και κυρίως όταν δεν εξαρτάται από μια πρώτη ύλη που μπορεί να γίνει εργαλείο πίεσης σε μια διεθνή κρίση όπως αυτή που ζούμε τα τελευταία χρόνια.
Ο ήλιος και ο άνεμος, το νερό και τα απόβλητα μας, δεν περνούν από το Στενό του Ορμούζ. Αυτό είναι κάτι που η ενεργειακή πολιτική του 21ου αιώνα δεν μπορεί πλέον να αγνοεί. Η επιλογή που βρίσκεται μπροστά στον κόσμο δεν είναι ανάμεσα στην «ενέργεια» και στο «περιβάλλον». Είναι ανάμεσα σε ένα ενεργειακό σύστημα που παραμένει εκτεθειμένο στις γεωπολιτικές κρίσεις και στις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων και σε ένα σύστημα πιο καθαρό, πιο αποκεντρωμένο και περισσότερο ανθεκτικό.
Στο Χιούστον μπορεί να μιλούν για «Energy Abundance», όμως η πραγματική ενεργειακή επανάσταση βρίσκεται ήδη αλλού, και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της σημερινής G20. Την ώρα που η πολιτική κατεύθυνση κάποιων μεγάλων χωρών επιστρέφει στο πετρέλαιο και το αέριο για να αντιμετωπίσει τις κρίσεις του παρόντος, η αγορά επενδύει ήδη στην ενέργεια που μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από αυτές τις κρίσεις στο μέλλον. Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πλέον απλά ένα μακρινό περιβαλλοντικό όραμα. Είναι ζήτημα οικονομίας, τεχνολογίας και πάνω απ’ όλα ασφάλειας.
