ΡΑΑΕΥ: Το βιομηχανικό φυσικό αέριο στο επίκεντρο

You are currently viewing ΡΑΑΕΥ: Το βιομηχανικό φυσικό αέριο στο επίκεντρο

A-Energy Newsroom

Η νέα παρέμβαση της ΡΑΑΕΥ για τις καταναλώσεις και το κόστος των δικτύων ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας. Από το φυσικό αέριο και το ηλεκτρικό ρεύμα έως τις μακροχρόνιες συμβάσεις, η ενέργεια παραμένει το μεγάλο «αγκάθι» για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις.

Το ενεργειακό κόστος επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο για την ελληνική βιομηχανία, αυτή τη φορά με αφετηρία μια ρυθμιστική παρέμβαση που αφορά άμεσα το φυσικό αέριο.

Η ΡΑΑΕΥ δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης για τις αποκλίσεις μεταξύ δηλωθεισών και πραγματικών καταναλώσεων φυσικού αερίου, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διαμόρφωση μηχανισμού ανάκτησης του κόστους επενδύσεων στα δίκτυα που εξυπηρετούν μεγάλους βιομηχανικούς πελάτες. Η διαβούλευση είχε ξεκινήσει στις 23 Ιουλίου, ενώ στη διαδικασία συμμετείχε και η ΕΒΙΚΕΝ, καταθέτοντας τις θέσεις της.

Το θέμα μπορεί να ακούγεται τεχνικό, όμως για μια ενεργοβόρο βιομηχανία αφορά κάτι πολύ συγκεκριμένο: πόσο θα κοστίζει τελικά η ενέργεια που χρειάζεται για να λειτουργήσει και να επενδύσει.

Από το φυσικό αέριο στο συνολικό ενεργειακό κόστος

Για μια μεγάλη παραγωγική μονάδα, ο λογαριασμός ενέργειας δεν περιορίζεται στην τιμή του καυσίμου.

Στο φυσικό αέριο προστίθενται οι χρεώσεις χρήσης και σύνδεσης των δικτύων και οι λοιπές επιβαρύνσεις, ενώ στην ηλεκτρική ενέργεια το κόστος επηρεάζεται από τη χονδρεμπορική αγορά, τις χρεώσεις δικτύου και τις συνθήκες που επικρατούν κάθε περίοδο.

Η συζήτηση που ανοίγει η ΡΑΑΕΥ αφορά ακριβώς ένα από αυτά τα επίπεδα: πώς κατανέμεται το κόστος μιας υποδομής όταν οι πραγματικές καταναλώσεις ενός βιομηχανικού πελάτη διαφέρουν από τις αρχικές προβλέψεις.

Για τη βιομηχανία, το ζητούμενο είναι ένα πλαίσιο που να επιτρέπει νέες επενδύσεις και ταυτόχρονα να εξασφαλίζει ότι το κόστος των δικτύων κατανέμεται με διαφανή και αναλογικό τρόπο.

Και η συγκυρία δεν είναι τυχαία.

Το φυσικό αέριο βρίσκεται ξανά σε υψηλά επίπεδα στην Ευρώπη, ενώ η αγορά LNG αντιμετωπίζει αυξημένους κινδύνους ενόψει του χειμώνα. Σήμερα, οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου είναι περίπου 67% γεμάτες, κάτω από τον στόχο του 80%, ενώ οι περιορισμένες ροές LNG μέσω του Στενού του Ορμούζ αυξάνουν τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία. Το Reuters προειδοποιεί μάλιστα για πιθανότητα σημαντικής περαιτέρω ανόδου των τιμών LNG τον χειμώνα, εφόσον οι συνθήκες προσφοράς παραμείνουν περιορισμένες.

Η ΕΒΙΚΕΝ: χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, δυσκολεύουν οι επενδύσεις

Το πρόβλημα για την ελληνική βιομηχανία, όπως έχει θέσει επανειλημμένα η ΕΒΙΚΕΝ, δεν είναι μόνο η απόλυτη τιμή της ενέργειας. Είναι και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να γνωρίζουν εγκαίρως και με επαρκή ορίζοντα το κόστος με το οποίο θα λειτουργούν.

Σε πρόσφατες παρεμβάσεις της, η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας έχει υπογραμμίσει ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος πιέζει την ανταγωνιστικότητα και περιορίζει τα περιθώρια για νέες βιομηχανικές επενδύσεις. Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, έχει θέσει επίσης την ανάγκη για πραγματικά ανταγωνιστικούς όρους λειτουργίας των ελληνικών βιομηχανιών σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές.

Η εικόνα αυτή αφορά ένα μεγάλο κομμάτι της παραγωγικής βάσης: αλουμίνιο, χάλυβα, τσιμέντο, χημικά, γυαλί, χαρτί, κεραμικά και άλλες ενεργοβόρες δραστηριότητες, στις οποίες η ενέργεια αποτελεί σημαντικό μέρος του κόστους παραγωγής.

Για τις επιχειρήσεις αυτές, μια απότομη αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου ή του ηλεκτρισμού δεν είναι απλώς ένα αυξημένο λειτουργικό έξοδο. Μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια παραγωγής και επενδύσεων και να επιβαρύνει την ανταγωνιστική θέση των προϊόντων τους στις διεθνείς αγορές.

Το ελληνικό πρόβλημα είναι μέρος του ευρωπαϊκού

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία συνολικά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος σε σχέση με βασικούς διεθνείς ανταγωνιστές.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρότι οι τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού έχουν υποχωρήσει από τα ακραία επίπεδα της ενεργειακής κρίσης, οι βιομηχανικές τιμές παραμένουν 2 έως 4 φορές υψηλότερες από εκείνες των βασικών εμπορικών εταίρων της ΕΕ, εξέλιξη που απειλεί τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Στο ηλεκτρικό ρεύμα, η εικόνα είναι επίσης σαφής. Ο IEA αναφέρει ότι το 2025 οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες στην ΕΕ παρέμειναν κατά μέσο όρο πάνω από διπλάσιες σε σχέση με τις ΗΠΑ και σχεδόν 50% υψηλότερες από την Κίνα.

Αυτό εξηγεί γιατί η ενέργεια έχει μετατραπεί πλέον από ζήτημα κόστους σε ζήτημα βιομηχανικής στρατηγικής.

Η Ευρώπη μπορεί να αυξάνει γρήγορα τις ΑΠΕ και να μειώνει την εξάρτησή της από ορυκτά καύσιμα, όμως το φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή. Έτσι, ένα διεθνές σοκ στην αγορά αερίου μπορεί να επηρεάσει και την τιμή του ηλεκτρισμού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το φυσικό αέριο αντιστοιχούσε περίπου στο 17,6% της ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ το 2025 και, παρά τη μείωση της συμμετοχής του, εξακολουθεί συχνά να διαμορφώνει την οριακή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2025 τα ορυκτά καύσιμα καθόριζαν την τιμή περίπου στο 50% των ωρών, έναντι περίπου 70% το 2020.

Το στοίχημα δεν είναι μόνο η φθηνή ενέργεια

Για την ελληνική βιομηχανία, επομένως, η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί σε έκτακτες επιδοτήσεις κάθε φορά που η διεθνής αγορά περνά περίοδο κρίσης.

Χρειάζεται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.

Μακροχρόνιες συμβάσεις ηλεκτρικής ενέργειας, PPAs, περισσότερη αποθήκευση, επενδύσεις στα δίκτυα, ευελιξία του συστήματος και ένα σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο μπορούν να περιορίσουν την έκθεση των επιχειρήσεων στη βραχυχρόνια μεταβλητότητα.

Η ίδια η ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται προς αυτή την κατεύθυνση: διατηρεί την οριακή τιμολόγηση στη χονδρεμπορική αγορά, αλλά ενισχύει τα μακροχρόνια συμβόλαια, τα PPAs και τα CfDs, ώστε μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης να μπορεί να προστατεύεται από τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις. Παράλληλα, η Επιτροπή θεωρεί κρίσιμες τις επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία.

Το ίδιο ισχύει και για το φυσικό αέριο: η πρόσβαση σε ανταγωνιστικό καύσιμο και σε υποδομές με προβλέψιμο κόστος είναι κρίσιμη για τις βιομηχανίες που εξακολουθούν να το χρησιμοποιούν στην παραγωγή τους.

Η ΡΑΑΕΥ ανοίγει ένα μεγαλύτερο ζήτημα

Η σημερινή εξέλιξη στη ΡΑΑΕΥ, επομένως, δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται το κόστος μιας σύνδεσης φυσικού αερίου.

Ακουμπά ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα για την ελληνική οικονομία: μπορεί η χώρα να προσφέρει στη βιομηχανία της ενέργεια όχι μόνο διαθέσιμη, αλλά ανταγωνιστική και προβλέψιμη;

Για μια βιομηχανία αλουμινίου ή χάλυβα, για μια μονάδα χημικών, ένα εργοστάσιο τσιμέντου ή μια παραγωγική μονάδα γυαλιού, η απάντηση δεν κρίνεται μόνο από την τιμή μιας ημέρας στη χονδρεμπορική αγορά.

Κρίνεται από το κόστος που μπορεί να προβλεφθεί για τα επόμενα χρόνια.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της σημερινής συζήτησης για το βιομηχανικό φυσικό αέριο: η ενεργειακή ανταγωνιστικότητα δεν είναι πλέον απλώς θέμα φθηνότερης κιλοβατώρας ή χαμηλότερης τιμής φυσικού αερίου. Είναι προϋπόθεση για να παραμείνει η παραγωγή στην Ελλάδα και να γίνουν οι επόμενες βιομηχανικές επενδύσεις.