Του Ηλία Βέλλιου
Ένα νέο κεφάλαιο για τη βιομηχανική απανθρακοποίηση της Ευρώπης ανοίγει στην Ολλανδία, όπου ξεκίνησε τη λειτουργία του το έργο δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS) της Yara στο Sluiskil.
Η εγκατάσταση, που εγκαινιάστηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2026, χαρακτηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως το μεγαλύτερο εμπορικό έργο CCS στην Ευρώπη. Η μονάδα έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει και να υγροποιεί έως και 800.000 τόνους CO₂ ετησίως, περιορίζοντας τις εκπομπές από την παραγωγή αμμωνίας.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι η δέσμευση του CO₂ πραγματοποιείται στην Ολλανδία, ενώ η μόνιμη αποθήκευσή του γίνεται στη Νορβηγία, κάτω από τον πυθμένα της Βόρειας Θάλασσας. Έτσι, δημιουργείται μια πλήρης διασυνοριακή αλυσίδα CCS, από τη βιομηχανική εγκατάσταση έως τον χώρο γεωλογικής αποθήκευσης.
Από την παραγωγή αμμωνίας στη μόνιμη αποθήκευση
Το έργο βρίσκεται στο βιομηχανικό συγκρότημα της Yara στο Sluiskil, στην ολλανδική επαρχία Ζέιλαντ, όπου λειτουργεί μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής αμμωνίας και λιπασμάτων στην Ευρώπη.
Κατά την παραγωγή αμμωνίας δημιουργούνται σημαντικές ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Μέσω της νέας εγκατάστασης, έως και 800.000 τόνοι CO₂ τον χρόνο θα δεσμεύονται και θα υγροποιούνται, αντί να καταλήγουν στην ατμόσφαιρα.
Το υγροποιημένο CO₂ αποθηκεύεται προσωρινά στις εγκαταστάσεις της Yara και στη συνέχεια μεταφέρεται με ειδικά πλοία της Northern Lights στη Νορβηγία.
Εκεί, στην περιοχή του Øygarden, το διοξείδιο του άνθρακα οδηγείται μέσω υποθαλάσσιας υποδομής στον χώρο μόνιμης γεωλογικής αποθήκευσης, περίπου 2.600 μέτρα κάτω από τον πυθμένα της Βόρειας Θάλασσας.
Η Yara αναμένει ότι σε ορίζοντα 15 ετών θα έχουν δεσμευτεί και οδηγηθεί σε μόνιμη αποθήκευση περίπου 12 εκατομμύρια τόνοι CO₂ από την παραγωγή στο Sluiskil.


Τι είναι το CCS
Η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, γνωστή ως CCS, αποτελεί τεχνολογία με την οποία το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται από βιομηχανικές δραστηριότητες δεσμεύεται πριν απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα, μεταφέρεται και στη συνέχεια αποθηκεύεται μόνιμα σε κατάλληλους γεωλογικούς σχηματισμούς.
Στην περίπτωση του Sluiskil, η διαδικασία αποτελείται από τέσσερα βασικά στάδια:
δέσμευση → υγροποίηση → μεταφορά → μόνιμη γεωλογική αποθήκευση.
Η σημασία της τεχνολογίας είναι ιδιαίτερα μεγάλη για βιομηχανικούς κλάδους στους οποίους η πλήρης εξάλειψη των εκπομπών είναι δύσκολη μόνο μέσω της ηλεκτροποίησης, της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή της αλλαγής καυσίμου.
Η παραγωγή αμμωνίας και λιπασμάτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς συνδυάζει υψηλές ενεργειακές ανάγκες με εκπομπές που συνδέονται άμεσα με τις ίδιες τις βιομηχανικές διεργασίες.
Η Νορβηγία γίνεται ο «τελικός προορισμός» του CO₂
Κομβικό ρόλο στο εγχείρημα διαδραματίζει η Northern Lights, η κοινοπραξία των Equinor, Shell και TotalEnergies που έχει αναπτύξει υποδομές για τη μεταφορά και τη μόνιμη αποθήκευση CO₂.
Η πρώτη φάση του έργου στη Νορβηγία έχει δυναμικότητα αποθήκευσης έως 1,5 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως. Το διοξείδιο του άνθρακα παραλαμβάνεται σε τερματικό σταθμό στην ξηρά και στη συνέχεια μεταφέρεται μέσω αγωγού προς τον υπεράκτιο χώρο αποθήκευσης, όπου εγχέεται σε γεωλογικό σχηματισμό σε βάθος περίπου 2.600 μέτρων κάτω από τον πυθμένα.
Η δεύτερη φάση του Northern Lights έχει σχεδιαστεί ώστε να αυξήσει τη δυναμικότητα μεταφοράς και αποθήκευσης σε περισσότερους από 5 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως από το 2028.
Αυτό σημαίνει ότι το έργο της Yara αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής προσπάθειας για τη δημιουργία υποδομών που θα επιτρέπουν στις βιομηχανίες να μεταφέρουν το CO₂ τους σε περιοχές όπου μπορεί να αποθηκευτεί μόνιμα.
Γιατί το έργο θεωρείται σημαντικό για την Ευρώπη
Η έναρξη λειτουργίας του Sluiskil έχει σημασία πέρα από τη συγκεκριμένη εγκατάσταση.
Για πρώτη φορά εφαρμόζεται σε αυτή την κλίμακα ένα μοντέλο στο οποίο το CO₂ δεσμεύεται σε μια χώρα, μεταφέρεται διασυνοριακά και αποθηκεύεται μόνιμα σε άλλη χώρα.
Η Yara και η Northern Lights είχαν ήδη συμφωνήσει από το 2023 για τη μεταφορά και αποθήκευση έως 800.000 τόνων CO₂ ετησίως, σε μία από τις πρώτες εμπορικές συμφωνίες διασυνοριακής μεταφοράς και αποθήκευσης CO₂.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί τέτοιες υποδομές σημαντικό εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών από ενεργοβόρες βιομηχανίες, ιδιαίτερα σε τομείς όπου δεν υπάρχουν ακόμη εύκολες εναλλακτικές λύσεις χαμηλών εκπομπών.


Δεν πρόκειται για «απομάκρυνση CO₂ από την ατμόσφαιρα»
Μια σημαντική διευκρίνιση είναι ότι το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί τεχνολογία άμεσης αφαίρεσης διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.
Το CCS λειτουργεί διαφορετικά: δεσμεύει CO₂ που παράγεται από μια βιομηχανική δραστηριότητα και το εμποδίζει να απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα, οδηγώντας το στη συνέχεια σε μόνιμη αποθήκευση.
Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς οι τεχνολογίες CCS και οι τεχνολογίες αφαίρεσης CO₂ από την ατμόσφαιρα αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες λύσεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Το επόμενο στοίχημα: κλίμακα και κόστος
Η λειτουργία του έργου στο Sluiskil αποτελεί ένα σημαντικό τεστ για το κατά πόσο η δέσμευση και αποθήκευση CO₂ μπορεί να περάσει από μεμονωμένα έργα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο υποδομών.
Το ζητούμενο πλέον είναι η δημιουργία περισσότερων εγκαταστάσεων δέσμευσης, δικτύων μεταφοράς και χώρων μόνιμης αποθήκευσης, ώστε η τεχνολογία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μεγαλύτερο αριθμό βιομηχανιών.
Για την Ευρώπη, το στοίχημα δεν είναι μόνο η μείωση των εκπομπών, αλλά και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος της ενέργειας και της μετάβασης σε χαμηλότερες εκπομπές αποτελεί κρίσιμο παράγοντα.
Το έργο της Yara δείχνει στην πράξη πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτή η νέα αλυσίδα: το CO₂ δεσμεύεται στην πηγή, υγροποιείται, μεταφέρεται δια θαλάσσης και αποθηκεύεται μόνιμα σε βάθος 2,6 χιλιομέτρων κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα.
Και ακριβώς αυτή η διασυνοριακή υποδομή είναι που καθιστά το Sluiskil ένα από τα σημαντικότερα νέα έργα CCS της Ευρώπης.
