Η χώρα καίγεται από τα σκουπίδια της: Συστημική πλέον η κρίση στη διαχείριση απορριμμάτων

You are currently viewing Η χώρα καίγεται από τα σκουπίδια της: Συστημική πλέον η κρίση στη διαχείριση απορριμμάτων
(Photo by Angelos Tzortzinis / AFP)

Του Ηλία Βέλλιου

Οι διαδοχικές φωτιές σε ΧΥΤΑ, μονάδες ανακύκλωσης και βιομηχανικές εγκαταστάσεις δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά. Αποκαλύπτουν τις αδυναμίες ενός συστήματος που δυσκολεύεται να προλάβει, να ελέγξει και να διαχειριστεί κρίσιμες υποδομές, με κόστος για το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Το άρθρο αυτό ξεκίνησε να γράφεται πριν από περίπου τρεις εβδομάδες. Η αφορμή ήταν οι διαδοχικές πυρκαγιές σε μονάδες ανακύκλωσης που καταγράφηκαν μέσα σε λίγες ημέρες σε διάφορες περιοχές της χώρας. Στην πορεία, όμως, κάθε φορά που το κείμενο έμοιαζε να ολοκληρώνεται, ένα ακόμη περιστατικό ερχόταν να προστεθεί στη λίστα. Μια νέα φωτιά, ένας ακόμη ΧΥΤΑ, μία ακόμη μονάδα ανακύκλωσης, ένας ακόμη πυκνός μαύρος καπνός πάνω από μια εγκατάσταση που υπάρχει για να διαχειρίζεται τα απορρίμματα.

Το πιο πρόσφατο περιστατικό είναι η πυρκαγιά στον ΧΥΤΑ της Πάρου, στην περιοχή Καμπί, κοντά στην Αγκαιριά. Δυνατοί άνεμοι, συνεχείς αναζωπυρώσεις, μήνυμα του 112 για εκκένωση τεσσάρων περιοχών προς την Αλυκή, ενισχύσεις πυροσβεστών από τη Νάξο και τη Σύρο και ισχυρές εναέριες δυνάμεις να επιχειρούν επί ώρες.

Από μόνο του, ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε να θεωρηθεί ατύχημα. Όταν, όμως, αποτελεί τον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας αντίστοιχων πυρκαγιών, παύει να είναι μια απλή σύμπτωση.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί ξέσπασε η φωτιά στην Πάρο. Είναι γιατί, εδώ και χρόνια, η Ελλάδα βλέπει να καίγονται ξανά και ξανά οι ίδιες κατηγορίες εγκαταστάσεων. Και γιατί, παρά τις επαναλαμβανόμενες καταστροφές, ελάχιστα φαίνεται να αλλάζουν.

Ένα πρόβλημα που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια

Η Πάρος είναι απλώς το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας ιστορίας που κρατά χρόνια.

Ο ΧΥΤΑ της Φυλής, ο μοναδικός χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων της Αττικής και ένας από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη, έχει τυλιχθεί επανειλημμένα στις φλόγες τα τελευταία χρόνια. Τον Ιούνιο και τον Αύγουστο του 2019, αλλά και τον Σεπτέμβριο του 2020, οι πυρκαγιές προκάλεσαν έντονη ανησυχία, με τις αρχές να αποστέλλουν ακόμη και μήνυμα του 112 λόγω του καπνού και της δυσοσμίας. Παρά τις διαχρονικές δεσμεύσεις για σταδιακή παύση της λειτουργίας του, ο χώρος εξακολουθεί να δέχεται καθημερινά τεράστιες ποσότητες σύμμεικτων απορριμμάτων. Αντί να οδηγείται σε οριστική λύση, η λειτουργία του παρατείνεται διαρκώς μέσω επεκτάσεων και διαδοχικών «πανωσηκωμάτων», αυξάνοντας την πίεση σε μια εγκατάσταση που εδώ και χρόνια θεωρείται κορεσμένη. Έτσι, μια υποδομή που θα έπρεπε να αποτελεί μεταβατικό στάδιο μέχρι την εφαρμογή ενός σύγχρονου μοντέλου διαχείρισης αποβλήτων συνεχίζει να μεγαλώνει, μετατρέποντας ένα ήδη σοβαρό πρόβλημα σε ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.

Το φετινό καλοκαίρι, ωστόσο, το φαινόμενο πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Μέσα σε μόλις έντεκα ημέρες του Ιουλίου καταγράφηκαν διαδοχικές μεγάλες πυρκαγιές σε εγκαταστάσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση αποβλήτων και ανακυκλώσιμων υλικών: στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, στον Ασπρόπυργο, στο Ομορφοχώρι Λάρισας, στη Σίνδο και στην Αλεξανδρούπολη. Λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησε νέα πυρκαγιά σε εγκατάσταση ανακύκλωσης στη Χαλκιδική και, στη συνέχεια, η φωτιά στον ΧΥΤΑ της Πάρου.

Οι καταγραφές της τελευταίας δεκαετίας δείχνουν δεκάδες αντίστοιχα περιστατικά σε μονάδες ανακύκλωσης, ΧΥΤΑ και χώρους ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων.

Γιατί καίγονται τόσο εύκολα;

Η τεχνική εξήγηση είναι σχετικά απλή.

Πολλές εγκαταστάσεις διαχειρίζονται τεράστιους όγκους εύφλεκτων υλικών – πλαστικά, χαρτί, υφάσματα, λάστιχα, ξύλο και δεματοποιημένα απόβλητα – τα οποία αποθηκεύονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όταν οι χώροι αυτοί δεν διαθέτουν επαρκείς αντιπυρικές ζώνες, σύγχρονα συστήματα πυρανίχνευσης και αποτελεσματικά μέτρα πυροπροστασίας, ακόμη και μια μικρή εστία μπορεί να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά.

Τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί ακόμη ένας σοβαρός παράγοντας κινδύνου: οι μπαταρίες λιθίου. Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία τους στα ηλεκτρονικά απόβλητα δημιουργεί πυρκαγιές ιδιαίτερα δύσκολες στην κατάσβεση, οι οποίες μπορούν να αναζωπυρωθούν ακόμη και ώρες ή ημέρες αργότερα.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να μη διαθέτει ένα πραγματικά αποτελεσματικό σύστημα συλλογής και διαχείρισης ηλεκτρονικών αποβλήτων (e-waste). Μεγάλος αριθμός μικροσυσκευών, μπαταριών και ηλεκτρονικών εξαρτημάτων καταλήγει στα σύμμεικτα απορρίμματα ή σε εγκαταστάσεις που δεν έχουν σχεδιαστεί για να τα διαχειριστούν. Έτσι, αυξάνεται τόσο η πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς όσο και η επικινδυνότητά της, καθώς κατά την καύση αυτών των υλικών απελευθερώνονται ακόμη περισσότερες τοξικές ουσίες.

Όταν τα κενά εποπτείας συναντούν τα οικονομικά συμφέροντα

Πέρα όμως από τις τεχνικές αδυναμίες, υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν συχνά μετά από μεγάλες πυρκαγιές: το ενδεχόμενο οικονομικού κινήτρου.

Σε αρκετές υποθέσεις έχουν διερευνηθεί πιθανές περιπτώσεις απόκρυψης αποβλήτων, αποφυγής του κόστους νόμιμης διαχείρισης ή ασφαλιστικής απάτης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πυρκαγιά οφείλεται σε εμπρησμό. Δείχνει, όμως, ότι το ενδεχόμενο αυτό μόνο θεωρητικό δεν θεωρείται από τις διωκτικές αρχές.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετές από τις μεγάλες φωτιές των τελευταίων ετών κινητοποιήθηκε άμεσα η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, ενώ παράλληλα βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές έρευνες για υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση αποβλήτων και τη διακίνηση δημόσιου χρήματος στον κλάδο, με αποκορύφωμα το σκάνδαλο με τα σπιτάκια ανακύκλωσης.

Το περιβαλλοντικό κόστος δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φλόγες

Οι πυρκαγιές αυτές δεν καταστρέφουν μόνο εγκαταστάσεις.

Η καύση πλαστικών, ελαστικών, ηλεκτρονικών αποβλήτων και σύμμεικτων σκουπιδιών απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα μικροσωματίδια, διοξίνες, βαρέα μέταλλα και άλλες επικίνδυνες ουσίες, οι οποίες μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις από τον άνεμο.

Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών καλούνται επανειλημμένα είτε να παραμείνουν στα σπίτια τους είτε ακόμη και να τα εγκαταλείψουν προσωρινά, ενώ οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της συνεχούς έκθεσης σε τέτοιους ρύπους εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής μελέτης.

Σε περιοχές όπως η Φυλή, η περιβαλλοντική επιβάρυνση δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Πρόκειται για μια πίεση που συσσωρεύεται επί δεκαετίες.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, καίγονται και οι βιομηχανικές περιοχές

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται πλέον στη διαχείριση απορριμμάτων.

Τα τελευταία χρόνια, μεγάλες πυρκαγιές εκδηλώνονται με ανησυχητική συχνότητα και μέσα σε Βιομηχανικές Περιοχές (ΒΙ.ΠΕ.), αποκαλύπτοντας μια δεύτερη, εξίσου σοβαρή παθογένεια.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ως πιθανή αφετηρία ηλεκτρολογικές βλάβες, βραχυκυκλώματα ή αστοχίες σε απαρχαιωμένα δίκτυα ηλεκτροδότησης και υποδομές που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες χωρίς τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό ή ακόμη και χωρίς τη σωστή συντήρηση. Όταν αυτές οι αστοχίες συνδυάζονται με εγκαταστάσεις που αποθηκεύουν πρώτες ύλες, καύσιμα, χημικά ή άλλα εύφλεκτα υλικά, μια μικρή εστία μπορεί να εξελιχθεί μέσα σε λίγα λεπτά σε πυρκαγιά μεγάλης έκτασης.

Έτσι, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι επαναλαμβανόμενες φωτιές σε ΧΥΤΑ και μονάδες ανακύκλωσης. Από την άλλη, οι συχνές πυρκαγιές σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις και Βιομηχανικές Περιοχές. Δύο διαφορετικά προβλήματα με κοινό παρονομαστή: τις γερασμένες υποδομές, την ελλιπή πρόληψη και την ανάγκη για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό και σοβαρό έλεγχο.

φωτογραφία από πόλη, στον ουρανό φαίνεται καπνός από φωτιά.

Η μεγαλύτερη ζημιά είναι η απώλεια εμπιστοσύνης

Υπάρχει, όμως, και μια συνέπεια που δύσκολα μετριέται με αριθμούς.

Κάθε νέα πυρκαγιά κάνει τους πολίτες ακόμη πιο δύσπιστους απέναντι σε κάθε νέο έργο διαχείρισης αποβλήτων ή σε κάθε νέα επένδυση που σχετίζεται με την ανακύκλωση και την κυκλική οικονομία. Όταν οι πολίτες βλέπουν επί χρόνια ΧΥΤΑ, μονάδες ανακύκλωσης, εργοστάσια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις να τυλίγονται στις φλόγες, είναι απολύτως φυσικό να αναρωτιούνται αν οι νέες εγκαταστάσεις θα είναι πράγματι ασφαλέστερες.

Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες και σύγχρονες μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων, καλύτερη και αποδοτικότερη ανακύκλωση, νέες υποδομές και επενδύσεις στην κυκλική οικονομία. Όμως, όσο τα περιστατικά αυτά πολλαπλασιάζονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πειστούν οι τοπικές κοινωνίες να αποδεχθούν νέα έργα.

Η δυσπιστία δεν στρέφεται μόνο απέναντι στις προβληματικές εγκαταστάσεις του σήμερα. Σταδιακά επεκτείνεται απέναντι σε ολόκληρο τον κλάδο.

Το πραγματικό στοίχημα

Οι επαναλαμβανόμενες φωτιές σε ΧΥΤΑ, εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων, μονάδες ανακύκλωσης, βιομηχανικές περιοχές και εγκαταστάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια σειρά άτυχων περιστατικών. Αποτελούν ένδειξη ενός συστήματος με διαχρονικές αδυναμίες στην πρόληψη, στους ελέγχους, στην πυροπροστασία και στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών.

Η χώρα χρειάζεται πολλές νέες επενδύσεις, αλλά αυτές δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς αυστηρό πλαίσιο, τεχνογνωσία, διαφάνεια και πραγματικούς ελέγχους. Απαιτούνται σύγχρονες προδιαγραφές ασφαλείας, αποτελεσματική διαχείριση, αναβάθμιση των υποδομών και, το σημαντικότερο, λογοδοσία όπου υπάρχουν ευθύνες.

Η εμπιστοσύνη της κοινωνίας δεν θα αποκατασταθεί με διαβεβαιώσεις, αλλά με αποδείξεις ότι οι εγκαταστάσεις λειτουργούν με κανόνες και ότι οι παραβάσεις έχουν συνέπειες.

Γιατί το πρόβλημα πλέον δεν είναι μόνο οι φωτιές που ξεσπούν. Είναι οι αδυναμίες ενός συστήματος που επιτρέπει να επαναλαμβάνονται.