Ο ΔΑΠΕΕΠ σε αντιστοιχία με τον ιταλικό GSE θα διαμεσολαβεί μεταξύ βιομηχανιών και παραγωγών ΑΠΕ, στηρίζοντας για τρία χρόνια την τιμή των ενεργοβόρων επιχειρήσεων
Στο δοκιμασμένο ιταλικό Μοντέλο “Energy Release 2.0” για την μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία, προσανατολίζεται η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ. Εφόσον το συγκεκριμένο μοντέλο υιοθετηθεί, ο ΔΑΠΕΕΠ (Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης) θα πρέπει σε αντιστοιχία με τον ιταλικό ΔΑΠΕΕΠ – GSE να ενισχύει την τιμή των ενεργοβόρων επιχειρήσεων για συγκεκριμένες ποσότητες επί τρία χρόνια. Αντίστοιχα οι βιομηχανίες θα υποχρεούνται για 20 χρόνια, μετά την πάροδο της τριετούς στήριξης να επιστρέψουν πολλαπλάσια την ποσότητα ενέργειας μέσα από έργα ΑΠΕ τα οποία θα πρέπει να κατασκευάσουν ή να επενδύσουν σε διάστημα 3,5 ετών.
Γιατί είναι κατάλληλο και για την Ελλάδα
Το ιταλικό μοντέλο, όπως είχε εξηγήσει πρόσφατα ο Πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, με την ευκαιρία του συνεδρίου Σύνδεσμος Βιομηχανιών Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδος CENTRAL GREECE FORUM – ACT & GROW – Θεσσαλία 2025, προσφέρεται για εφαρμογή και στην Ελλάδα, όπως ήδη επίκειται η εφαρμογή του και σε Γαλλία, Βέλγιο, Βουλγαρία και Γερμανία.
Δεδομένου ότι οι τιμές στη χονδρική αγορά ρεύματος εξακολουθούν να απέχουν πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο η μοναδική λύση είναι να μην περνά το σύνολο της παραγόμενης ενέργειας υποχρεωτικά από το χρηματιστήριο, αλλά μόνο η ενέργεια που δεν έχει ήδη συμβασιοποιηθεί μέσω ιδιωτικών συμφωνιών. Παράλληλα, όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, η ανάγκη ανάπτυξης μηχανισμού ευελιξίας χωρίς ορυκτά καύσιμα (non-fossil flexibility), επιτυγχάνεται μέσω της δημιουργίας μηχανισμών demand response και αποθήκευσης ενέργειας, πάντα σε πλήρη συμβατότητα με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές CISAF και το πλαίσιο του Green Industrial Deal και του Affordable Energy In.
Πώς λειτουργεί ο ιταλικός φορέας GSE
Με αυτό το σκεπτικό, η άμεση θεσμοθέτηση ενός κρατικού φορέα Low Carbon Contracting Entity – LCCE όπως το GSE στην Ιταλία, αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική προοπτική για την ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας.
Ο φορέας αυτός θα λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ των παραγωγών ΑΠΕ και των ενεργοβόρων βιομηχανιών, διασφαλίζοντας σταθερές τιμές ενέργειας και μειώνοντας τη μεταβλητότητα του κόστους. Συγκεκριμένα, όπως περιγράφεται, ο φορέας θα συνάπτει συμβάσεις διαφορικής προσαρμογής (CfDs) με παραγωγούς ΑΠΕ και στη συνέχεια θα διαθέτει την πράσινη ενέργεια σε βιομηχανικούς καταναλωτές μέσω PPAs. Αντίστοιχα με το ιταλικό παράδειγμα, οι βιομηχανίες θα αναλάβουν υποχρεώσεις ανάπτυξης νέων μονάδων ΑΠΕ και επιστροφής ενέργειας σε μακροχρόνιο ορίζοντα, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη βιωσιμότητα του μηχανισμού
Αναλυτικότερα, ο προτεινόμενος φορέας, θα υπογράφει μακροπρόθεσμα συμβόλαια (CfDs) με παραγωγούς ΑΠΕ και υβριδικά έργα ΑΠΕ με αποθήκευση και θα προσφέρει μακροχρόνια συμβόλαια (PPAs) στις βιομηχανίες σε ανταγωνιστικές τιμές.
Για παράδειγμα, o GSE (ιταλικός ΔΑΠΕΕΠ) διαθέτει στις ενεργοβόρες βιομηχανίες για τρία χρόνια 24 TWh πράσινης ενέργειας έναντι 65 ευρώ/MWh. Το ποσό αυτό προσδιορίζεται με βάση τη μέση τιμή της αγοράς ενώ η ενέργεια που διατίθεται στη βιομηχανία καλύπτει το 25% της κατανάλωσης της. Ως αντάλλαγμα οι βιομηχανίες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να χτίσουν μονάδες ΑΠΕ διπλάσιας δυναμικότητας και να επιστρέψουν στον GSE τα επόμενα είκοσι έτη την ίδια ποσότητα ενέργειας στην ίδια τιμή.
Με τον τρόπο αυτό μειώνεται η έκθεση του νέου φορέα (που στην ελληνική περίπτωση θα μπορούσε να είναι ο ΔΑΠΕΕΠ) στη μεταβλητότητα των τιμών της αγοράς αφού μεταφέρει μέρος του ρίσκου στις βιομηχανίες. Εξετάζεται επίσης η εναλλακτική δυνατότητα να διαθέτει ο κρατικός φορέας και προϊόντα αποθήκευσης ενέργειας (timeshifting), με στόχο τη βελτιστοποίηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών και την καλύτερη κάλυψη των φορτίων των βιομηχανιών. Σημειώνεται τέλος, ότι στην Ελλάδα με βάση τους ορισμούς της Ε.Ε. που έχει εφαρμόσει η χώρα μας δύναται να υπαχθούν ενεργοβόρες βιομηχανίες και επιχειρήσεις με ετήσια κατανάλωση άνω των 13GWh καθώς και εκείνες που δικαιούνται το μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ. Η συνολική κατανάλωση των περίπου 50 με 60 επιχειρήσεων της χώρας που μπορούν να στηριχθούν είναι πάνω από τις 7 TWh.
