Σε πανάκριβο νερό για τους δήμους της Αττικής, αυξημένο κατά 30%, αναφέρεται ο Δήμαρχος Αθήνας, ενώ η ΕΥΔΑΠ υπενθυμίζει τις προγραμματισμένες επενδύσεις των 2,5 ΔΙΣ. Ευρώ, αλλά και την ανάγκη ορθολογικής του χρήσης
Οι νέοι λογαριασμοί νερού που έλαβαν οι δήμοι πυροδότησαν αντιπαράθεση ανάμεσα στον Δήμαρχο Αθηναίων, Χάρη Δούκα, και την ΕΥΔΑΠ, με φόντο τις αυξήσεις στα μη οικιακά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης και τη συζήτηση για το κόστος, τα μερίσματα και τα έργα θωράκισης της Αττικής απέναντι στη λειψυδρία.
Σε δήλωσή του χθες, ο κ. Δούκας ανέφερε ότι «έφτασαν οι νέοι λογαριασμοί νερού», οι οποίοι, όπως υποστήριξε, είναι «αυξημένοι για όλους τους δήμους έως και 32%», προσθέτοντας ότι «η πρωθυπουργική υπόσχεση για το “φθηνότερο δυνατόν νερό”, έκρυβε αυξήσεις». Ο Δήμαρχος Αθηναίων σημείωσε ακόμη πως οι δήμοι καλούνται να πληρώσουν -εκτός από τους αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας- και «πανάκριβο νερό», εκτιμώντας ότι ο Δήμος Αθηναίων θα επιβαρύνεται «μισό εκατομμύριο ευρώ επιπλέον, ετησίως».
Ο κ. Δούκας επιτέθηκε επίσης στην ΕΥΔΑΠ για τη διανομή μερισμάτων και τον σχεδιασμό έργων, λέγοντας ότι «μοίρασε εκατομμύρια ευρώ μερίσματα στους μετόχους της», ενώ «αδράνησε για χρόνια να θωρακίσει την Αττική με τα απαραίτητα έργα για τη λειψυδρία». Παράλληλα, υποστήριξε ότι η εταιρεία «εξισώνει τα τιμολόγια νερού των δήμων με τα βιομηχανικά τιμολόγια, με υπέρογκες αυξήσεις» ώστε να χρηματοδοτήσει έργα που -όπως ανέφερε- «θα μπορούσαν να είχαν συγχρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους», καταλήγοντας με τη φράση: «Κυβέρνηση και ΕΥΔΑΠ, πίνουν εις υγείαν των κορόιδων…».
Απαντώντας, η ΕΥΔΑΠ σε ανακοίνωσή της υποστηρίζει ότι η αναπροσαρμογή των μη οικιακών τιμολογίων, στα οποία εντάσσονται και οι δήμοι, αποσκοπεί στην «ορθολογική χρήση του νερού από μεγάλους καταναλωτές», σε μια περίοδο κατά την οποία -όπως σημειώνει- η Αττική έχει κηρυχθεί σε κατάσταση λειψυδρίας. Στο ίδιο πλαίσιο, τονίζει ότι η εφαρμογή δράσεων εξοικονόμησης και ορθολογικής διαχείρισης από τους δήμους είναι πλέον αναγκαία.
Η εταιρεία παραπέμπει, επίσης, στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), υποστηρίζοντας ότι έχει εγκρίνει τόσο το επιτρεπόμενο έσοδο όσο και την τιμολογιακή πολιτική της ΕΥΔΑΠ έως το 2029, μετά από δημόσια διαβούλευση. Όπως αναφέρει, «κάθε κόστος και κάθε επένδυση ελέγχονται εξονυχιστικά», με στόχο τον ανταποδοτικό χαρακτήρα, την προστασία των καταναλωτών και τον περιορισμό της κατασπατάλησης από μεγάλους χρήστες, όπως οι δήμοι.
Σε ό,τι αφορά τα έσοδα από την αναπροσαρμογή, η ΕΥΔΑΠ υποστηρίζει ότι κατευθύνονται σε ανταποδοτικό επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 2,5 δισ. ευρώ, με αντικατάσταση παλαιών αγωγών, μείωση διαρροών, ψηφιακή παρακολούθηση δικτύων και ενίσχυση της ανθεκτικότητας του υδροδοτικού συστήματος της Αττικής. Απαντώντας εμμέσως στην κριτική για τα μερίσματα, επισημαίνει ότι βασικοί μέτοχοί της είναι το Ελληνικό Δημόσιο (50+1%) και το Υπερταμείο (11,33%), υποστηρίζοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων επιστρέφει στο Δημόσιο.
Τέλος, η εταιρεία σημειώνει ότι, ακόμη και μετά την αναπροσαρμογή, το τιμολόγιό της παραμένει -όπως υποστηρίζει- το χαμηλότερο μεταξύ μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, ενώ υπενθυμίζει ότι τα τιμολόγια παρέμειναν αμετάβλητα επί 17 χρόνια, με την ίδια να απορροφά την αύξηση ενεργειακού και λειτουργικού κόστους χωρίς επιβάρυνση των καταναλωτών.
