Η ιταλική παρέμβαση στο κόστος CO₂ και το βιομηχανικό ρεύμα: Θεσμικές αντοχές και όρια της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής

You are currently viewing Η ιταλική παρέμβαση στο κόστος CO₂ και το βιομηχανικό ρεύμα: Θεσμικές αντοχές και όρια της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής

Γιατί η παρέμβαση της Ιταλίας δεν καταργεί ούτε την λειτουργία της αγοράς ούτε το σύστημα εμπορίας ρύπων

Του Ηλία Βέλλιου

Η πολυσυζητημένη ιταλική παρέμβαση στο κόστος CO2 και στο βιομηχανικό ρεύμα δεν καταργεί τη λειτουργία της αγοράς ούτε και το σύστημα εμπορίας ρύπων, όπως κάποιοι ανέφεραν. Αν και τάραξε τα νερά, κινείται μέσα στα όρια της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, λειτουργώντας ως δημοσιονομικός μηχανισμός μερικής απορρόφησης κόστους για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Αν κάποιος αντιληφθεί γιατί το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα επιβαρύνει συχνά τη βιομηχανία, θα αξιολογήσει πληρέστερα και την ουσία της ιταλικής πρότασης, η οποία παραπέμπει ευθέως στην ανάγκη για πιο ενεργητικές ενεργειακές στρατηγικές, που θα εξασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Το δομικό πρόβλημα της οριακής τιμολόγησης

Η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί βάσει του μηχανισμού οριακής τιμολόγησης (marginal pricing), σύμφωνα με τον οποίο η ακριβότερη μονάδα παραγωγής που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης καθορίζει την τιμή εκκαθάρισης στη χονδρική αγορά.

Στο τρέχον ενεργειακό μείγμα πολλών κρατών-μελών, οι μονάδες φυσικού αερίου λειτουργούν συχνά ως οριακή τεχνολογία. Κατά συνέπεια, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας επηρεάζεται τόσο από το κόστος του καυσίμου όσο και από το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που ενσωματώνεται μέσω του μηχανισμού εμπορίας εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διασύνδεση αυτή, αν και συμβατή με τη θεωρία εσωτερίκευσης των εξωτερικοτήτων, δημιουργεί αυξημένη επιβάρυνση για ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους, ιδιαίτερα σε οικονομίες με υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Σε αυτό το πλαίσιο, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας μετατρέπεται σε βασικό ζητούμενο της ενεργειακής στρατηγικής.

Η ιταλική στρατηγική: Στήριξη μέσω δημοσιονομικής αντιστάθμισης κόστους

Η Ιταλία έχει αναπτύξει μηχανισμούς ενεργειακής πολιτικής που στοχεύουν στη μερική συγκράτηση του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία, κυρίως μέσω αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών.

Η παρέμβαση αυτή δεν καταργεί τη λειτουργία της αγοράς ούτε το σύστημα εμπορίας εκπομπών. Αντιθέτως, λειτουργεί ως δημοσιονομικός μηχανισμός μερικής απορρόφησης κόστους για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών ή παραγωγών, στο πλαίσιο των επιτρεπόμενων κρατικών ενισχύσεων.

Η επιλογή αυτή αξίζει να εξεταστεί σε σχέση με τη λειτουργία του European Union Emissions Trading System, το οποίο έχει σχεδιαστεί ως ενιαίο εργαλείο τιμολόγησης του άνθρακα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η δημοσιονομική αντιστάθμιση δεν αναιρεί τυπικά την υποχρέωση αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών, αλλά μειώνει το καθαρό οικονομικό βάρος που μεταφέρεται σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας.

Βιομηχανική πολιτική και ενεργειακό κόστος

Η ιταλική προσέγγιση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενεργητικής βιομηχανικής πολιτικής, η οποία στοχεύει στη διατήρηση της παραγωγικής βάσης σε ενεργοβόρους κλάδους.

Παράλληλα, η ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει στοχευμένες μορφές αντιστάθμισης έμμεσου κόστους εκπομπών για τη βιομηχανία, υπό την έγκριση της European Commission και στο πλαίσιο των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

Χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η ενεργειακή στρατηγική των κρατών-μελών μπορεί να διαφοροποιείται ως προς τα εργαλεία εφαρμογής, ακόμη και όταν το κανονιστικό πλαίσιο παραμένει ενιαίο.

Η ελληνική περίπτωση και οι περιορισμοί των κρατικών ενισχύσεων

Η Ελλάδα έχει επίσης επιχειρήσει να στηρίξει τη βιομηχανική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μηχανισμών αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών.

Ωστόσο, κάθε τέτοια παρέμβαση απαιτεί συμβατότητα με το ευρωπαϊκό καθεστώς κρατικών ενισχύσεων και έγκριση από τους αρμόδιους θεσμούς. Στην πράξη, οι δημοσιονομικές δυνατότητες και οι κανονιστικές δεσμεύσεις συχνά περιορίζουν το εύρος των πολιτικών επιλογών.

Οι διαφορές στη δημοσιονομική ισχύ μεταξύ κρατών-μελών τείνουν να δημιουργούν ασυμμετρίες στην άσκηση βιομηχανικής πολιτικής μέσω ενεργειακών εργαλείων.

Θεσμική συνοχή της ενιαίας αγοράς άνθρακα

Η λειτουργία του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών βασίζεται στην ομοιογενή τιμολόγηση του άνθρακα σε επίπεδο αγοράς.

Εάν το άμεσο οικονομικό βάρος των εκπομπών διαφοροποιείται μέσω εθνικών μηχανισμών αντιστάθμισης, η αποτελεσματικότητα του σήματος τιμής μπορεί να μειωθεί, χωρίς όμως να καταργείται ο θεσμικός πυρήνας του συστήματος.

Η αγορά εκπομπών παραμένει λειτουργική, αλλά η καθαρή οικονομική επίπτωση του άνθρακα στην τελική τιμή παραγωγής ενδέχεται να μεταβάλλεται μεταξύ κρατών-μελών.

Συμπεράσματα: Σταθεροποίηση ή μετατόπιση παραδείγματος;

Η ιταλική παρέμβαση δεν αποτελεί απλή τεχνική προσαρμογή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Αντιθέτως, αντανακλά μια τάση προς πιο ενεργητικές εθνικές στρατηγικές βιομηχανικής και ενεργειακής πολιτικής. Βραχυπρόθεσμα, τέτοια μέτρα μπορούν να συμβάλουν στη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους και στην ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.

Μακροπρόθεσμα, όμως, εγείρονται ζητήματα σχετικά με τη θεσμική συνοχή της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής και τη λειτουργική ισορροπία μεταξύ περιβαλλοντικής πολιτικής και βιομηχανικής στρατηγικής.

Στην πραγματικότητα, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στη διαμόρφωση του ενεργειακού κόστους, αλλά αφορά τη σχέση μεταξύ κλιματικής πολιτικής, βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και θεσμικής ολοκλήρωσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εξέλιξη των εθνικών παρεμβάσεων στην ενεργειακή αγορά θα αποτελέσει πιθανότατα βασικό δείκτη της μελλοντικής ισορροπίας μεταξύ ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και βιομηχανικής στρατηγικής αυτονομίας.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Διαβάστε ακόμα: Όταν η Ιταλία μπορεί και η Ελλάδα όχι: Το ενεργειακό χάσμα με την ευρωπαϊκή βιομηχανία