Τρεις είναι οι πρότασεις για μείωση του ενεργειακού κόστους που προέρχονται από τη βιομηχανία
Λύσεις για μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία, στο πλαίσιο καταρχάς της Clean Industrial Deal, αναζητά η νέα πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ υπό τον Σταύρο Παπασταύρου. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός έχει ήδη ζητήσει από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου, όλες τις διαθέσιμες προτάσεις και δυνατότητες για την άμεση μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία, που να είναι συμβατές και με τη λογική της ευρωπαϊκής ‘Καθαρής Συμφωνίας για την Ενέργεια’ – Clean Industrial Deal της ΕΕ.
Ειδικά οι ελληνικές βιομηχανίες, που έχουν μικρότερο μέγεθος, παραμένουν εγκλωβισμένες σε ένα υψηλό κόστος ρεύματος της τάξης των 110 ευρώ η μεγαβατώρα, ενώ έχει εκτιναχθεί ακόμα και στα 250 ευρώ, δημιουργώντας σοβαρό πρόβλημα στις επιχειρήσεις που αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές που απολαμβάνουν χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Το ΥΠΕΝ, αλλά και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης κατέληξαν (μετά από πολύ καιρό) στο προφανές: Ότι δηλαδή, όταν πλήττεται η ανταγωνιστικότητα της εγχώριας βιομηχανίας και μεταποίησης απο τις πολύ υψηλές τιμές του ρεύματος, το κόστος αυτό μετακυλίεται στους καταναλωτές. Πρόκειται άλλωστε, για μια διαπίστωση που έκανε ξεκάθαρα και δημόσια ο κ. Παπασταύρου κατά την πρώτη του συνέντευξη στην ΕΡΤ. Ο υπουργός θεωρεί επίσης ότι οι επιδοτήσεις “είναι ασπιρίνη στον πυρετό“, δεν παράγουν μόνιμο αποτέλεσμα και πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις .
Άμεσα διαθέσιμες λύσεις
Ποιες είναι όμως οι διαθέσιμες προτάσεις για την μείωση του ενεργειακού κόστους που έχει άμεσα στη διάθεσή του το ΥΠΕΝ και οι οποίες προτείνονται από την ίδια τη βιομηχανία;
Καταρχάς η ευρωπαϊκή συμφωνία δεν δίνει άμεσες απαντήσεις στο πρόβλημα του αυξημένου ενεργειακού κόστους στην Ελλάδα για τη βιομηχανία, καθώς παραπέμπει τα κράτη σε μείωση των τιμών της ενέργειας μέσω φορολογικής ελάφρυνσης, κάτι που δεν είναι συμβατό με τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας μας. Ήδη, ο υφυπουργός ΠΕΝ κ. Νίκος Τσάφος, απέκλεισε τις προάλλες ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Παράχει όμως άλλες δυνατότητες και εργαλεία, όπως οι Συμβάσεις επί της Διαφοράς CfD, προκειμένου να εξασφαλιστεί φθηνή πράσινη ενέργεια για τη βιομηχανία, όπως έγινε πρόσφατα στην Ιταλία, όπου η βιομηχανία εξασφάλισε ποσότητα 23TWh φορτίου βάσης (baseload) σε τιμή 65 ευρώ η Μεγαβατώρα.
Η λύση των CfDs
Ειδικότερα, στο πλαίσιο πρόσφατης συμφωνίας με την κρατική εταιρεία GSE που είναι ο αντίστοιχος ΔΑΠΕΕΠ της Ιταλίας (διαχειριστής των ΑΠΕ), ενεργοβόρες ιταλικές βιομηχανίες, συγκέντρωσαν συλλογικά την κατανάλωσή τους και υπέγραψαν σύμβαση CfD με σταθερή τιμή 65 ευρώ η Μεγαβατώρα για το 25% της κατανάλωσής τους για τρία χρόνια. Ο ιταλικός δηλαδή ΔΑΠΕΕΠ, θα παράσχει συνολικά σε αυτές τις βιομηχανίες περίπου 23 Τεραβατώρες (Μία TWh ισούται με 1.000.000 Μεγαβατώρες) στην φθηνή τιμή των 65 ευρώ η Μεγαβατώρα. Από τη δική τους πλευρά, οι συμβληθείσες βιομηχανίες, ανέλαβαν την υποχρέωση μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, να υλοποιήσουν ΑΠΕ διπλάσιας δυναμικότητας και να επιστρέψουν ισόποση ποσότητας ενέργειας από ΑΠΕ στην ίδια τιμή.
Η λύση των CfDs προωθείται απο την ΕΒΙΚΕΝ – Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών, η οποία εκτιμά ότι παρά την πολυπλοκότητά τους, μπορούν να αποτελέσουν λύση συμβατή με την Clean Industrial Deal και στην Ελλάδα, εφόσον ο ΔΑΠΕΕΠ αναλάβει το ρίσκο για την τιμή που θα κλειδώσει στα συμβόλαια με τους παραγωγούς ΑΠΕ ως προς την τιμή της αγοράς. Εφόσον λοιπόν ο διαχειριστής βρει βιομηχανίες και αντίστοιχα προμηθευτές κλειδώνοντας μια συγκεκριμένη τιμή, τότε επί της ουσίας μειώνει το ρίσκο έκθεσής τους στη διακύμανση της αγοράς, σε περίπτωση που οι τιμές στο ενεργειακό χρηματιστήριο υποχωρήσουν σημαντικά.
Αυτοκατανάλωση χωρίς έγχυση στο δίκτυο
Μία άλλη λύση που προτείνεται από τις μικρότερες κυρίως βιομηχανίες είναι η δυνατότητα αυτοκατανάλωσης χωρίς έγχυση στο δίκτυο. Προτάθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο του συνεδρίου του Συνδέσμου Βιομηχανιών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας και συγκεκριμένα από τον κ. Σ. Σαράντη, μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου. Ο κ. Σαράντης, αφού τόνισε και από την πλευρά του ότι οι συμβάσεις PPA είναι επικίνδυνες γιατί λειτουργούν στο πλαίσιο του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και μπορεί στην πορεία να αλλάξουν, περιέγραψε στη συνέχεια τις εργώδεις προσπάθειες των βιομηχανιών στη Θεσσαλία να αξιοποιήσουν ΑΠΕ και φωτοβολταϊκά που όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο λόγω της αδυναμίας του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ να σηκώσει άλλες ΑΠΕ. Πλην όμως, όπως χαρακτηριστικά τόνισε, μέχρι να φτιαχτούν τα δίκτυα, η άμεση λύση που υπάρχει είναι αυτή της αυτοκατανάλωσης της πράσινης ενέργειας από τις ίδιες τις βιομηχανίες χωρίς έγχυση στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ.
Πλην όμως η λύση αυτή έχει αποκλειστεί μέχρι στιγμής από το πρόβλημα της λεγόμενης στάθμης βραχυκύκλωσης του δικτύου διανομής του ΔΕΔΔΗΕ, η οποία σε πολλούς υποσταθμούς της χώρας είναι μηδενική, καθιστώντας έτσι απαγορευτική ακόμη και τη μηδενική έγχυση ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο, διαφορετικά κινδυνεύει να καταρρεύσει ο υποσταθμός.
Μια τρίτη λύση, θα μπορούσε να είναι η προτεραιοποίηση των περιορισμών έγχυσης από σταθμούς ΑΠΕ για τη βέλτιστη αξιοποίηση των υποδομών του Συστήματος και του Δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας επιπλέον ηλεκτρικός χώρος, ο οποίος θα μπορούσε να διατεθεί σε Ενεργειακές Κοινότητες Επιχειρήσεων. Η δημιουργία Ενεργειακών Επιχειρηματικών Κοινοτήτων με ταυτoχρονισμένο εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό – virtual net metering, προβλέπεται ήδη σε σχετικό νόμο του ΥΠΕΝ (ψηφίστηκε την περίοδο που υπουργός ΠΕΝ ήταν ο Κώστας Σκρέκας), πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχει καμία εφαρμογή. Η πρώτη μάλιστα Επιχειρηματική Ενεργειακή Κοινότητα που δρομολογήθηκε πριν από δυο χρόνια στη Θεσσαλία από τις βιομηχανίες της BIΠΕ Λάρισας, σκόνταψε σε σειρά από γραφειοκρατικά και άλλα εμπόδια.
Προφανώς θα υπάρξουν και άλλες προτεινόμενες λύσεις ή/και συνδυασμός λύσεων για το φλέγον αυτό ζήτημα.
