Τροχοπέδη το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία: 7 στις 10 επιχειρήσεις το θεωρούν ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για νέες επενδύσεις

You are currently viewing Τροχοπέδη το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία: 7 στις 10 επιχειρήσεις το θεωρούν ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για νέες επενδύσεις

Σχετική έρευνα της Deloitte δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση σε άλλους δείκτες, το ενεργειακό κόστος περιορίζει δραματικά τον επενδυτικό σχεδιασμό λόγω έλλειψης προβλεψιμότητας

Τροχοπέδη παραμένει το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία, με 7 στις 10 επιχειρήσεις να το θεωρούν ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για νέες επενδύσεις. Σύμφωνα με σχετική έρευνα της Deloitte, παρά τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σε άλλους δείκτες, το ενεργειακό κόστος περιορίζει δραματικά τον επενδυτικό σχεδιασμό λόγω έλλειψης προβλεψιμότητας. Τα ποσοτικά στοιχεία της έρευνας παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια εκδήλωσης του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ).

Στο πλαίσιο της έρευνας της Deloitte, που παρουσιάστηκε από την κα Χριστίνα Αμοιραδάκη, Principal Deloitte Business Solutions S.A., η Ελλάδα αξιολογήθηκε συγκριτικά με ακόμη 23 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ εξαιρέθηκαν η Κύπρος, το Λουξεμβούργο και η Μάλτα. Οι 24 χώρες της μελέτης χωρίζονται σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τη συνολική τους επίδοση στον σύνθετο δείκτη ανταγωνιστικότητας: χώρες υψηλού, μεσαίου και χαμηλού επιπέδου ανταγωνιστικότητας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον σε καλές θέσεις σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο κεφάλαιο και τις δεξιότητες, την τεχνολογία και την καινοτομία (13η θέση). Είναι επίσης 14η στις υποδομές/δίκτυα/μεταφορές, στην εξωστρέφεια και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, βρίσκεται στην 20ή θέση στην κυκλική οικονομία και την κοινωνική ανθεκτικότητα, στην 21η στο επιχειρηματικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, στην 23η στην παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα και στην τελευταία, 24η θέση, στο ενεργειακό περιβάλλον και την αξιοπιστία των δικτύων.

Στην τελευταία θέση σε ενεργειακό περιβάλλον – αξιοπιστία δικτύων

Ειδικότερα, στο ενεργειακό κόστος και την ανταγωνιστικότητα, η Ελλάδα βρίσκεται στην 24η θέση, με πρώτη τη Λιθουανία. Δύο είναι οι βασικοί δείκτες που οδηγούν σε αυτή την κατάταξη.

Ο πρώτος αφορά το κόστος του βιομηχανικού ηλεκτρισμού, το οποίο διαμορφώνεται στα 0,13 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι μέσου όρου 0,10 ευρώ στις χώρες σύγκρισης. Ο δεύτερος αφορά το ποσοστό των μεταποιητικών επιχειρήσεων που θεωρούν ότι το ενεργειακό κόστος αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τις επενδύσεις. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 72% και είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών σύγκρισης. Την ώρα, δηλαδή, που επτά στις δέκα ελληνικές επιχειρήσεις (72%) ξεχωρίζουν τις τιμές ενέργειας ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις, η ανάλογη «ανησυχία» στην Ευρώπη περιορίζεται στο 36,7%.

Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια και αποδοτικότητα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 23η θέση, με πρώτη τη Δανία. Σε αυτό το πεδίο καταγράφεται μια ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ των επιμέρους δεικτών.

Ειδικότερα, η χώρα βρίσκεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των 24 χωρών ως προς την ενεργειακή ένταση της μεταποίησης, γεγονός που αποτελεί ένδειξη συγκριτικά αποδοτικής χρήσης ενέργειας στον κλάδο.

Αντίθετα, καταλαμβάνει την 23η θέση τόσο στη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού όσο και στην εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές.

Τι μέλλει γενέσθαι με τις κρατικές ενισχύσεις METSAF/CISAF

Σημειώνεται, τέλος, ότι η Γενική Διευθύντρια του Συνδέσμου, Βίκυ Λοΐζου, μιλώντας στο 30ό Ετήσιο Εθνικό Συνέδριο «Ενέργεια & Ανάπτυξη», ανέφερε ότι θα πρέπει άμεσα να καθοριστεί τι «μέλλει γενέσθαι» με το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων METSAF/CISAF, που ολοκληρώνονται στο τέλος του χρόνου, χωρίς να έχει καθοριστεί κάποια διάδοχη κατάσταση, παρά το γεγονός ότι όλες οι βασικές αναλύσεις κάνουν λόγο για «κρίση διαρκείας» μέχρι και τον χειμώνα του 2027-2028.