Βιοαέριο και βιομεθάνιο αποτελούν πλέον ενιαίο αναπτυξιακό άξονα για τον κλάδο, που ζητά σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, επενδυτική στήριξη και διακριτή μεταχείριση στην ενεργειακή μετάβαση.
Βιοαέριο και βιομεθάνιο βρίσκονται πλέον στο κέντρο της ενεργειακής στρατηγικής, με τον κλάδο να επισημαίνει ότι δεν αλλάζει προϊόν, αλλά κλιμακώνει μια δραστηριότητα που ήδη συνδυάζει ενέργεια, ανακύκλωση και αγροτική παραγωγή. Η Ελλάδα διαθέτει λειτουργικές μονάδες, επενδύσεις και τεχνογνωσία, όμως η μετάβαση στην επόμενη φάση προϋποθέτει σαφές ρυθμιστικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο.
Πώς ο κλάδος βλέπει το βιοαέριο και το βιομεθάνιο στη νέα φάση;
Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Παραγωγών Βιοαερίου τονίζει ότι «δεν αλλάζουμε προϊόν· μεγαλώνουμε έναν κλάδο», ζητώντας το βιομεθάνιο να αντιμετωπιστεί ως εργαλείο επέκτασης και όχι αντικατάστασης της ηλεκτροπαραγωγής από βιοαέριο. Η προσέγγιση αυτή στοχεύει σε περισσότερη παραγωγή βιοαερίου, αυξημένη ανακύκλωση οργανικών αποβλήτων και δημιουργία εγχώριας αλυσίδας αξίας γύρω από τα ανανεώσιμα αέρια.
Σήμερα λειτουργούν 94 μονάδες βιοαερίου μέσω 87 εταιρειών, με συνολική ισχύ 130,8 MW, εκ των οποίων οι 71 αξιοποιούν αγροκτηνοτροφικά απόβλητα. Άρα, ο κλάδος είναι ήδη εγκατεστημένος στην περιφέρεια και κοντά στην πρωτογενή παραγωγή. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν απορροφήσει για χρόνια το κόστος της ρυθμιστικής αβεβαιότητας, της δυσκολίας συγκέντρωσης πρώτης ύλης και των έντονων διακυμάνσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Ποιες πιέσεις δέχονται οι μονάδες και ποια πολιτική χρειάζεται;
Η νέα πρόκληση είναι οι μηδενικές και αρνητικές τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας, με το 2025 να καταγράφει 323 ώρες σε μηδενικές ή αρνητικές τιμές και 493 ώρες κάτω από 1 €/MWh, κάτι που για τις μονάδες βιοαερίου μεταφράζεται σε λειτουργικό και όχι απλώς λογιστικό πρόβλημα. Οι σταθμοί βιοαερίου δεν είναι «διακόπτης», καθώς βασίζονται σε συνεχή βιολογική διεργασία, σταθερές ροές πρώτης ύλης, προσωπικό και τραπεζικές υποχρεώσεις. Επομένως, οι εντολές περιορισμού ισχύος επηρεάζουν ολόκληρη την αλυσίδα ανακύκλωσης.
Ο κλάδος ζητά διακριτή αντιμετώπιση από τις στοχαστικές ΑΠΕ, υπογραμμίζοντας την τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική ιδιαιτερότητα της καθημερινής διαχείρισης αποβλήτων. Ως απάντηση, προτείνεται η ανάπτυξη υβριδικών σταθμών βιοαερίου–βιομεθανίου, που θα παράγουν ηλεκτρισμό όταν αυτό έχει αξία για το σύστημα και θα κατευθύνουν μέρος της παραγωγής σε βιομεθάνιο, θερμότητα και άλλα προϊόντα, διατηρώντας παράλληλα τον ρόλο τους ως υποδομές οργανικής ανακύκλωσης.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η ενίσχυση του βιοαερίου και του βιομεθανίου μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα έναντι της μεταβλητότητας των διεθνών αγορών φυσικού αερίου, περιορίζοντας την έκθεση των λογαριασμών ρεύματος και θέρμανσης σε εξωτερικά σοκ. Παράλληλα, η σταθερή και προγραμματιζόμενη παραγωγή από βιοαέριο μειώνει την ανάγκη για ακριβές εφεδρείες και εισαγωγές, συμβάλλοντας μακροπρόθεσμα σε πιο προβλέψιμο κόστος για τον τελικό καταναλωτή.
Σε τοπικό επίπεδο, η αξιοποίηση αγροκτηνοτροφικών αποβλήτων και η χρήση χωνεμένου υπολείμματος ως εδαφοβελτιωτικού μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από συνθετικά λιπάσματα, με έμμεσο όφελος στο κόστος παραγωγής τροφίμων και, τελικά, στις τιμές στο ράφι. Εφόσον διαμορφωθεί σταθερό σχήμα στήριξης και επενδυτικής αξιοπιστίας, οι νέες επενδύσεις σε υβριδικούς σταθμούς βιοαερίου–βιομεθανίου μπορούν να ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια, χωρίς να μετακυλίεται δυσανάλογο κόστος στους λογαριασμούς.
