Του Ηλία Βέλλιου
Η απόρριψη του ελληνικού αιτήματος για το ιταλικό μοντέλο μείωσης του ενεργειακού κόστους, ανέδειξε τις διαφορετικές ταχύτητες εντός ΕΕ με τις ελληνικές βιομηχανίες να καταβάλλουν για το ρεύμα τιμές άνω των 100 ανα μεγαβατώρα
Το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» στο βιομηχανικό ρεύμα βασίζεται σε μια απλή αλλά κρίσιμη λογική: το κράτος εξασφαλίζει στη βιομηχανία μακροχρόνια συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας σε σταθερή και χαμηλή τιμή, αξιοποιώντας κυρίως την παραγωγή από ΑΠΕ. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις προστατεύονται από τις διακυμάνσεις της αγοράς και αποκτούν προβλεψιμότητα κόστους, στοιχείο καθοριστικό για την ανταγωνιστικότητά τους. Το μοντέλο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και από το 2026 θα προσφέρει στην ιταλική βιομηχανία ρεύμα σε τιμές περίπου 62,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η Ελλάδα επιχείρησε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σαφές «όχι» από τις Βρυξέλλες. Έτσι, η ελληνική βιομηχανία βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με ένα γνώριμο πρόβλημα: υψηλό ενεργειακό κόστος, περιορισμένες επιλογές και αίσθηση ότι ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός δεν διεξάγεται με ίσους όρους.
Δύο ταχύτητες στην ευρωπαϊκή ενέργεια
Η απόρριψη του ελληνικού αιτήματος ανέδειξε τις διαφορετικές ταχύτητες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ώρα που η Ιταλία εξασφαλίζει σταθερό και φθηνό ρεύμα για τη βιομηχανία της, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν με τιμές που συχνά ξεπερνούν τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το αποτέλεσμα είναι άμεσο και μετρήσιμο: η ελληνική βιομηχανία χάνει έδαφος έναντι των ευρωπαίων ανταγωνιστών της, δυσκολεύεται να συγκρατήσει το κόστος παραγωγής και βλέπει την ανταγωνιστικότητά της να διαβρώνεται. Με τις τρέχουσες συνθήκες, μένει ουσιαστικά εκτός ανταγωνισμού.
Κοντολέων: αιχμές για ολιγωρία και λάθος χειρισμούς
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), Αντώνης Κοντολέων, ο οποίος μίλησε για ένα περιβάλλον που οδηγεί τη βιομηχανία σε ενεργειακό αδιέξοδο. Όπως επισήμανε, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις υψηλές τιμές της αγοράς, αλλά επιτείνεται από πρόσθετες χρεώσεις που επιβαρύνουν δυσανάλογα την ελληνική παραγωγή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο κόστος εξισορρόπησης, που φτάνει περίπου τα 20 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επιβάρυνση η οποία δεν παρατηρείται στον ίδιο βαθμό σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.Το συνολικό ενεργειακό κόστος καθιστά τις ελληνικές βιομηχανίες λιγότερο ανταγωνιστικές και περιορίζει σοβαρά τα περιθώρια ανάπτυξής τους.
Παράλληλα, άφησε σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος και το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας χειρίστηκαν το ζήτημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρξε ολιγωρία τόσο στην προετοιμασία όσο και στη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με αποτέλεσμα η χώρα να φτάσει στο ευρωπαϊκό «όχι» χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και χωρίς εναλλακτικό σχέδιο άμεσης εφαρμογής.

Κανόνες, Βρυξέλλες και η χαμένη ευκαιρία
Επισήμως, η Κομισιόν επικαλέστηκε τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού. Στην πράξη, όμως, η υπόθεση του ιταλικού μοντέλου αναδεικνύει τα όρια της ευρωπαϊκής ευελιξίας και το πώς αυτή εφαρμόζεται διαφορετικά από χώρα σε χώρα.
Για την ελληνική πλευρά, το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός δεν εξασφαλίζεται ένα εργαλείο σταθεροποίησης του κόστους ενέργειας και αφετέρου χάνεται πολύτιμος χρόνος, ενώ η ενεργειακή μετάβαση και οι αυξημένες χρεώσεις δικτύου προσθέτουν νέα βάρη στη βιομηχανία.
Εκτός ανταγωνισμού σε κρίσιμη συγκυρία
Το μπλόκο στο ιταλικό μοντέλο έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη δύσκολο περιβάλλον για την ελληνική μεταποίηση. Με τις τιμές ενέργειας να παραμένουν υψηλές και χωρίς αξιόπιστο μηχανισμό στήριξης, πολλές επιχειρήσεις βλέπουν την απόσταση από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους να μεγαλώνει επικίνδυνα.
Σε έναν ευρωπαϊκό χάρτη όπου η βιομηχανία αναζητά φθηνή, σταθερή και πράσινη ενέργεια, η Ελλάδα κινδυνεύει να καταγραφεί ως χώρα υψηλού κόστους και περιορισμένων επιλογών. Και αυτό δεν είναι απλώς ένα ενεργειακό πρόβλημα, αλλά ένα βαθιά αναπτυξιακό ζήτημα.
Το κρίσιμο ερώτημα
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει πραγματικά μια ενιαία και ανταγωνιστική βιομηχανική βάση ή αν αποδέχεται μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Μέχρι να υπάρξει σαφής απάντηση και ουσιαστικές παρεμβάσεις, η ελληνική βιομηχανία θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό συνθήκες ενεργειακής πίεσης, βλέποντας μοντέλα που εφαρμόζονται αλλού να απορρίπτονται εντός συνόρων.
