Μια επίκαιρη πρόταση, ενόψει επενδύσεων 10 δισ. ευρώ για την λειψυδρία, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου για τα Ύδατα, που βρίσκεται σε στάδιο δημόσιου διαλόγου
Στην ανάγκη για ένα Εθνικό Ταμείο Υδάτων, αλλά και για μια πιο αποτελεσματική νέα δομή στη διαχείριση νερού, αναφέρεται ο κ. Αναστάσιος Τόσιος, στέλεχος επιχειρήσεων και πρώην Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ. Ενόψει επενδύσεων 10 δισ. ευρώ για την λειψυδρία, που προτείνει το Εθνικό Σχέδιο για τα Ύδατα (βρίσκεται ήδη σε στάδιο δημόσιου διαλόγου), η νέα δομή θα μπορούσε να βασιστεί σε τέσσερα λειτουργικά συστήματα: Υδροληψία/Μεταφορά/Διανομή πόσιμου ύδατος και διαχείριση αποχέτευσης/Διανομή αρδευτικού ύδατος, ορθολογική διαχείριση, μαζί µε µια τιμολόγηση που να αντικατοπτρίζει το πραγματικό κόστος χωρίς να επιβαρύνει τους καταναλωτές, Όπως επίσης επισημαίνει ο κ. Τόσιος, οι επενδύσεις αυτές, που στοχεύουν σε αντιμετώπιση της λειψυδρίας, ανθεκτικότητα υποδομών και νέα έργα χωρίς συστημική διαλειτουργικότητα, επαρκή χρηματοδότηση και ενεργό συµµετοχή των τοπικών κοινωνιών”, θα είναι δύσκολο να υλοποιηθούν.
Αναλυτικότερα, η επίκαιρη πρόταση του κ. Τόσιου, όπως διατυπώνεται σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, έχει ως εξής:
Διακριτοί ρόλοι με τέσσερα λειτουργικά συστήματα
Βασικός στόχος της, είναι η οργάνωση του κλάδου υδάτων µε διακριτούς ρόλους, κρατική εποπτεία και κοινωνική λογοδοσία, που είναι όχι απλώς θεσμικά συμβατή, αλλά και απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Προς αυτήν την κατεύθυνση, κρίνεται απαραίτητο ένα Εθνικό Ταμείο Υδάτων, που θα συγκεντρώνει και θα διαχειρίζεται πόρους µε διαφάνεια και αποτελεσματικότητα.
Η νέα δομή θα µπορούσε να βασιστεί στα παρακάτω τέσσερα λειτουργικά συστήματα:
- Υδροληψία: Ένας Εθνικός Διαχειριστής θα έχει την ευθύνη αδειοδότησης και ελέγχου της παραγωγής ύδατος, θα παρακολουθεί την ποιότητα και θα εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα. Θα μπορούσε να απορροφήσει υφιστάμενους φορείς, όπως οι Εταιρείες Παγίων ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ και οι Γενικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ).
- Μεταφορά: Ο ίδιος φορέας θα είναι υπεύθυνος για το «εθνικό δίκτυο μεταφοράς νερού», µε µμακροπρόθεσμο σχεδιασμό, συντήρηση και διαχείριση κρίσεων, κατ’ αντιστοιχία µε ενεργειακές υποδομές.
- Διανομή πόσιμου ύδατος και διαχείριση αποχέτευσης: Να ενισχυθεί το μοντέλο λειτουργίας των ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ και Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), µε στόχο τη μείωση απωλειών, την ποιοτική εξυπηρέτηση και την ανακύκλωση νερού. Είναι σημαντικό να θεσπιστούν κίνητρα (νομοθετικά, διοικητικά και οικονομικά) για την ενίσχυση της κεφαλαιακής και επιχειρησιακής τους επάρκειας, µε στόχο την επιτάχυνση των επενδύσεων και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας.
- Διανομή αρδευτικού ύδατος: Να διεξάγεται µέσω υφιστάμενων Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ), είτε µέσω νέων φορέων, όπως ο Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ), οι οποίοι θα ασκούν έλεγχο ποιότητας, κοστολόγηση και περιορισμό απωλειών, σε συνάρτηση µε την εθνική αγροτική στρατηγική. Οι παραπάνω φορείς θα πρέπει να λάβουν τα ίδια κίνητρα µε τις εταιρείες διανομής πόσιμου ύδατος που θα συγκεντρώνει και θα διαχειρίζεται πόρους µε διαφάνεια και αποτελεσματικότητα.
Παράλληλα, η ΡΑΑΕΥ πρέπει να επιταχύνει την έγκριση κωδίκων διαχείρισης, τιμολόγησης και ελέγχου, ώστε να δημιουργηθεί ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο.
Τα οφέλη
Τα αναμενόμενα οφέλη από την οργάνωση του κλάδου υδάτων µε διακριτούς ρόλους, κρατική εποπτεία και κοινωνική λογοδοσία είναι πολλαπλά:
- Αποσαφήνιση ρόλων και δημιουργία ισχυρών διαχειριστών για την προσέλκυση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
- Ενίσχυση διαφάνειας και εμπιστοσύνης των πολιτών.
- Δημιουργία ευέλικτου, αξιόπιστου συστήματος που αφουγκράζεται τις τοπικές ανάγκες.
- Έγκαιρη ενημέρωση και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στον σχεδιασμό.
Όπως χαρακτηριστικά διευκρινίζει ο κ. Τόσιος, η ορθολογική διαχείριση, μαζί µε μια τιμολόγηση που να αντικατοπτρίζει το πραγματικό κόστος χωρίς να επιβαρύνει τους καταναλωτές, αποτελεί σύνθετη πρόκληση. Χρειάζεται λοιπόν ένα ολοκληρωμένο και εφαρμόσιμο πλαίσιο µε οδικό χάρτη υλοποίησης, στον οποίο θα δεσμεύονται όλοι οι αρμόδιοι φορείς. Για να προσθέσει, ότι οι άξονες του Σχεδίου για τα Ύδατα, που τέθηκαν σε δημόσιο διάλογο από την κυβέρνηση, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως χωρίς συστημική διαλειτουργικότητα, επαρκή χρηματοδότηση και ενεργό συµµμετοχή των τοπικών κοινωνιών, η εφαρμογή τους θα είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Οι προτεινόμενες επενδύσεις, άνω των 10 δισ. ευρώ, στοχεύουν στην αντιμετώπιση της λειψυδρίας, στην ανθεκτικότητα των υποδομών και στη δημιουργία νέων έργων. Σημαντικές παρεμβάσεις έχουν ήδη δρομολογηθεί, όπως το Εθνικό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για το Πόσιμο Νερό, το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Λυμάτων και το «Ύδωρ 2.0». Ο απαιτούμενος προϋπολογισμός θα αυξηθεί περαιτέρω λόγω της νέας ευρωπαϊκής οδηγίας για αναβάθμιση εγκαταστάσεων σε τεταρτοβάθμιες και για συστηματική επεξεργασία ομβρίων.
Η πρόκληση όμως παραμένει διπλή: εξασφάλιση πόρων και παράλληλη θεσμική αναδιάρθρωση του κλάδου, ώστε να λειτουργεί µε σαφείς ρόλους, αποτελεσματική αλληλεπίδραση και λογοδοσία. Μια πιθανή κατεύθυνση είναι η συγκέντρωση όλων των αρμοδιοτήτων σε ένα υπουργείο, αρμόδιο για στρατηγική, νομοθεσία, εποπτεία και διαχείριση δεδομένων µε σύγχρονα εργαλεία τεχνικής νοημοσύνης. Δεδομένου του υπέρογκου κόστους, ένα Εθνικό Ταμείο Υδάτων, που θα συγκεντρώνει και θα διαχειρίζεται πόρους µε διαφάνεια και αποτελεσματικότητα κρίνεται απαραίτητο.
Υπενθυμίζεται, ότι η διαχείριση των υδάτων είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας µας. Τα αποθέματα νερού στην Αττική έχουν μειωθεί σχεδόν 50% την τελευταία τριετία, ενώ οι συχνές ελλείψεις σε τουριστικές περιοχές αποτυπώνουν την ένταση στο υδατικό ισοζύγιο. Οι απώλειες που συχνά φτάνουν στο 50%, οι ανεπαρκείς επενδύσεις και η κλιµατική κρίση καθιστούν τη λειψυδρία υπαρξιακή απειλή και το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων, φιλοδοξεί να προσφέρει θεσμική προστασία, να επιταχύνει την ολοκλήρωση κρίσιμων υποδομών και να καλύψει θεσμικά κενά ώστε η Ελλάδα να διαχειριστεί ορθολογικά το πολυτιμότερο φυσικό της πόρο τα επόμενα χρόνια.
