Ευκαιρίες, αλλά και προκλήσεις στο κόστος της προμήθειας αερίου από εναλλακτικές πηγές, αναμένουν την Ελλάδα το προσεχές μεταβατικό διάστημα
Το ξεκάθαρο “ΝΑΙ” στην πλήρη απεξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο / πετρέλαιο στο οποίο κατέληξε το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της ΕΕ που συνεδρίασε χθες στο Λουξεμβούργο, είναι απόφαση σταθμός για την Ευρώπη, φυσικά και για την Ελλάδα, όπως κι αν τη δει κανείς: Γεωπολιτικά, διπλωματικά, κυρίως όμως οικονομικά.
Η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών θα ισχύσει από τις αρχές του 2028, σε συνέχεια ενός μεταβατικού σταδίου για τις ήδη ανειλημμένες συμβάσεις και εν τω μεταξύ, οι χώρες-μέλη θα πρέπει όχι μόνον να έχουν καταλήξει αλλά και να εφαρμόσουν τις εναλλακτικές πηγές προμήθειας φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Σημειώνεται, ότι μέχρι σήμερα οι εισαγωγές της ΕΕ από την Ρωσία έχουν μειωθεί σε ποσοστά άνω του 40%. Επομένως, το υπόλοιπο 60% των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου πρέπει να υποκατασταθεί, μέσα μόλις σε δύο χρόνια, αφού ως καταληκτική ημερομηνία για την πλήρη απεξάρτηση έχει οριστεί η 1η Ιανουαρίου 2028.
Από το φθηνό ρωσικό αέριο στο ακριβό αμερικανικό LNG
Πώς θα προσαρμοστεί η χώρα μας σε αυτό το νέο περιβάλλον; Ποιες είναι οι οι προκλήσεις στο μέτωπο του ενεργειακού κόστους από την πλήρη αντικατάσταση του ρωσικού αερίου στο μείγμα των εισαγωγών και ποιες οι ευκαιρίες;
Αναφορικά με τις ευκαιρίες, σύμφωνα και με τις σχετικές δηλώσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρου Παπασταύρου «η Ελλάδα, στο πλαίσιο αυτής της νέας ενεργειακής αρχιτεκτονικής, διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, με στρατηγικές υποδομές, Ρεβυθούσα, FSRU, IGB και ενεργή ανάμειξη στον κάθετο διάδρομο».
Αναλυτικότερα, το ΥΠΕΝ εκτιμά ότι η χώρα μας μπορεί να ενισχύσει το ρόλο της ως κόμβος εισόδου και διαμετακόμισης φυσικού αερίου προς την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη αξιοποιώντας προμηθευτές, όπως οι ΗΠΑ και το Αζερμπαϊτζάν καθώς επίσης τις υποδομές της Ρεβυθούσας, της Αλεξανδρούπολης, του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB και του Διαδριατικού Αγωγού TAP.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Παπασταύρου αναφέρθηκε χθες και στην ανάγκη στήριξης του κανονισμού REPowerEU από όλα μέλη, καθώς οδηγεί την Ευρώπη σε ενεργειακή ανεξαρτησία, ενώ έκανε και ειδική αναφορά στη ρητή πρόβλεψη για τον αγωγό Turk Stream που προστατεύει τα κράτη από την καταστρατήγηση του κανονισμού. (Έχει δηλαδή ενσωματωθεί στον κανονισμό, ονομαστική πρόβλεψη για τον αγωγό TurkStream, που μεταφέρει φυσικό αέριο ρωσικής προέλευσης μέσω Τουρκίας προς τη Βουλγαρία και την Ελλάδα προς αποφυγή εισαγωγής ρωσικού αερίου στην Ευρώπη, που εμφανίζεται ως τουρκικό).

Σε ποιο κόστος θα έρθει ο αμερικανικό LNG;
Αναφορικά με τις προκλήσεις στο θέμα του ενεργειακού κόστους, ενδεικτικά και μόνο σημειώνεται ότι το ρωσικό αέριο καταλαμβάνει στην παρούσα φάση στο μείγμα των εισαγωγών, ποσοστό της τάξης του 45% (στοιχεία ΔΕΣΦΑ). Ποσοστό το οποίο είναι προς αντικατάσταση, καθόλου ευκαταφρόνητο, δεδομένων των ειδικών εκπτώσεων που όπως είναι γνωστό στην ενεργειακή αγορά, προσέφερε η Ρωσία τα τελευταία χρόνια σε όσους Ευρωπαίους πελάτες διατήρησαν τα συμβόλαιά τους.
Σε ποιο κόστος θα έρθουν λοιπόν τα αμερικανικά φορτία LNG; Και επιπλέον θα έχουν σταθερή τιμή; Πρόκειται για κρίσιμα ερωτήματα που αναμένεται να συζητηθούν σύντομα με την αμερικανική πλευρά, η οποία προωθεί ήδη επιθετικά το LNG στην Ευρώπη.
Ήδη, σύμφωνα με εκτιμήσεις Ευρωπαίων αναλυτών, ο νέος Κανονισμός μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών έως και 10% στην Κεντρική Ευρώπη με τις προκλήσεις της μεταβατικής περιόδου για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες να είναι εμφανείς.
Στις δηλώσεις του πάντως μετά το Συμβούλιο των υπουργών Ενέργειας, ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε τη σημασία των τιμών του ρεύματος, παράλληλα με την ενεργειακή ασφάλεια. «Υποστηρίζουμε μία ρεαλιστική και προσεκτικά διαχειριζόμενη μετάβαση, που θα εξασφαλίζει την οικονομική προσιτότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού. Η ενεργειακή ανεξαρτησία πρέπει να συνδέεται και με χαμηλές τιμές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αν, όμως, η Ευρώπη αντιμετωπίζει την ενεργειακή ασφάλεια και απεξάρτηση ως κάτι αποσυνδεδεμένο από τις προσιτές τιμές, τότε κινδυνεύουμε να έχουμε αντίστροφα αποτελέσματα. Οι αυξημένες τιμές ενέργειας δεν είναι θέμα πολιτικό, αλλά πρωτίστως κοινωνικό και οικονομικό», τόνισε μεταξύ άλλων.
Καταληκτικά, ο Υπουργός ΠΕΝ, κάλεσε τον αρμόδιο Επίτροπo Ενέργειας της Ε.Ε., κ. Dan Jørgensen, να αναλάβει άμεσα συγκεκριμένη δράση: «Η νοτιοανατολική Ευρώπη επιβαρύνεται δυσανάλογα από την αύξηση των τιμών του ρεύματος. Χρειαζόμαστε πράξεις, όχι μόνο συντονισμό και διάλογο. Πράξεις στα πρότυπα όσων έχουν ήδη σχεδιαστεί, όπως η αύξηση του προϋπολογισμού για τις υποδομές, αλλά και συγκεκριμένες ενέργειες, που αφορούν ειδικά στην υιοθέτηση των συστάσεων της ειδικής ευρωπαϊκής ομάδας εργασίας (taskforce) για τη διόρθωση των στρεβλώσεων της αγοράς και του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) που θα επιτρέψει επιτέλους να υπάρξει ενιαία αγορά ενέργειας στην Ευρώπη».
