Βιομηχανικό ρεύμα: Τα 95 εκατ. ευρώ, οι όροι ενίσχυσης και το πραγματικό όφελος για τις επιχειρήσεις

You are currently viewing Βιομηχανικό ρεύμα: Τα 95 εκατ. ευρώ, οι όροι ενίσχυσης και το πραγματικό όφελος για τις επιχειρήσεις

A-ENERGY NEWSROOM

Το νέο πακέτο στήριξης της βιομηχανίας, ύψους έως 95 εκατ. ευρώ, επιχειρεί να περιορίσει μέρος της επιβάρυνσης από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πλαισίων κρατικών ενισχύσεων CISAF και METSAF. Ωστόσο, το πραγματικό όφελος για τις επιχειρήσεις δεν θα είναι ενιαίο, καθώς διαφοροποιείται ανάλογα με την κατηγορία του δικαιούχου, την περίοδο κατανάλωσης που καλύπτεται και το ποσοστό της επιλέξιμης ηλεκτρικής ενέργειας.

Το βασικό ζητούμενο για τη βιομηχανία είναι, επομένως, όχι μόνο το ύψος της συνολικής ενίσχυσης, αλλά και το πόσο αυτή θα περιορίσει το τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιβαρύνσεις από την αγορά εξισορρόπησης προσθέτουν σημαντικό κόστος πέρα από την τιμή χονδρικής.

Τα 95 εκατ. ευρώ και η εκκρεμότητα της ευρωπαϊκής έγκρισης

Την παρέμβαση ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στις 6 Οκτωβρίου, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ. Σύμφωνα με την εξειδίκευση που ακολούθησε από τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το δημοσιονομικό όριο του μέτρου ανέρχεται σε έως 95 εκατ. ευρώ.

Η ενεργοποίηση της ενίσχυσης, ωστόσο, προϋποθέτει την έγκριση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG COMP). Η ελληνική πλευρά έχει αναφέρει ότι οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί.

Η ενίσχυση βασίζεται σε δύο ευρωπαϊκά εργαλεία. Το CISAF, το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την καθαρή βιομηχανία που υιοθετήθηκε τον Ιούνιο του 2025, επιτρέπει τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για επιλέξιμες ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Το METSAF, το οποίο υιοθετήθηκε τον Απρίλιο του 2026 ως προσωρινό πλαίσιο αντιμετώπισης των επιπτώσεων της κρίσης στη Μέση Ανατολή, διευρύνει τις δυνατότητες στήριξης.

Πώς διαμορφώνονται οι δύο φάσεις

Το κυβερνητικό σχέδιο καλύπτει δύο διακριτές περιόδους του 2026, με διαφορετικούς όρους ανάλογα με το εάν οι επιχειρήσεις λαμβάνουν αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος των εκπομπών CO₂.

Πρώτη φάση: Ιανουάριος – Ιούλιος 2026

Για το πρώτο επτάμηνο, η ενίσχυση θα βασιστεί στο CISAF και θα αφορά επιλέξιμες βιομηχανίες που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος CO₂. Η επιλέξιμη κατανάλωση μπορεί να φτάσει έως το 50% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η ενίσχυση μπορεί να καλύψει έως το 50% του κόστους της επιλέξιμης κατανάλωσης.

Ισχύει, παράλληλα, κατώτατο όριο τελικής τιμής 50 ευρώ/MWh για την επιδοτούμενη κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό ενίσχυσης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη μείωση ολόκληρου του λογαριασμού μιας επιχείρησης.

Δεύτερη φάση: Αύγουστος – Δεκέμβριος 2026

Για το τελευταίο πεντάμηνο του έτους αξιοποιείται το METSAF, το οποίο επιτρέπει την αύξηση της έντασης της ενίσχυσης έως το 70% του κόστους της επιλέξιμης κατανάλωσης, με κατώτατη τελική τιμή τα 50 ευρώ/MWh.

Στη δεύτερη φάση εντάσσονται και επιχειρήσεις που λαμβάνουν ήδη αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος CO₂. Η επιλέξιμη κατανάλωση μπορεί να φτάσει έως το 50% για τις επιχειρήσεις χωρίς αντιστάθμιση και έως το 25% της συνολικής κατανάλωσης για όσες λαμβάνουν αντιστάθμιση.

Από το μέτρο εξαιρούνται οι εταιρείες διύλισης. Οι πληρωμές αναμένεται να ξεκινήσουν το 2027 και να αφορούν τις επιλέξιμες καταναλώσεις του 2026.

 έναν εργάτη γραμμής παραγωγής σε ένα σύγχρονο βιομηχανικό εργοστάσιο

Τι σημαίνουν τα ποσοστά για το πραγματικό κόστος

Η διάκριση ανάμεσα στην ένταση της ενίσχυσης και στο ποσοστό της κατανάλωσης που επιδοτείται είναι καθοριστική για την αποτίμηση του οφέλους.

Μια επιχείρηση μπορεί, για παράδειγμα, να δικαιούται ενίσχυση που καλύπτει έως το 70% του κόστους της επιλέξιμης κατανάλωσης, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται κατά 70% το κόστος του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιεί. Η ενίσχυση αφορά μόνο το επιλέξιμο τμήμα της κατανάλωσης και υπόκειται στους προβλεπόμενους όρους και περιορισμούς.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι δύο κατηγορίες δικαιούχων δεν θα έχουν κατ’ ανάγκη το ίδιο όφελος. Οι επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση CO₂ αποκτούν πρόσβαση σε ενίσχυση για μεγαλύτερο τμήμα της κατανάλωσής τους, ενώ για τις επιχειρήσεις που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση η πρόσθετη στήριξη αφορά μικρότερο ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης.

Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο θέτει όρους για τη σύνδεση της στήριξης με την ενεργειακή μετάβαση. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του CISAF προβλέπεται ότι τουλάχιστον το 50% της ενίσχυσης πρέπει να κατευθυνθεί σε επενδύσεις που μειώνουν τις εκπομπές CO₂ και το ενεργειακό κόστος, όπως έργα ΑΠΕ, αποθήκευσης ενέργειας και ενεργειακής εξοικονόμησης.

Η επιλεξιμότητα δεν αφορά αδιακρίτως κάθε βιομηχανία. Συνδέεται με τους κλάδους που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 1 των ευρωπαϊκών κατευθυντήριων γραμμών CEEAG και εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό και στον κίνδυνο μετεγκατάστασης παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι υπολογισμοί της ΕΒΙΚΕΝ και οι επιφυλάξεις για το τελικό όφελος

Στη συζήτηση για το πραγματικό αποτέλεσμα του μέτρου παρεμβαίνει και η ΕΒΙΚΕΝ, με τον πρόεδρό της Αντώνη Κοντολέοντα να επιχειρεί να αποτυπώσει το κόστος που θα αντιμετωπίσουν οι βιομηχανίες μετά την εφαρμογή των εκπτώσεων.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που δημοσίευσε το energypress στις 8 Οκτωβρίου, οι εκπτώσεις αντιστοιχούν, με βάση τις παραδοχές της ΕΒΙΚΕΝ, σε περίπου 25% επί της χονδρικής τιμής για τις επιχειρήσεις χωρίς αντιστάθμιση CO₂ στο πλαίσιο του CISAF. Για τη δεύτερη περίοδο, η εκτίμηση της ΕΒΙΚΕΝ είναι ότι η έκπτωση μέσω του METSAF αντιστοιχεί σε περίπου 35% της χονδρικής τιμής για τις επιχειρήσεις χωρίς αντιστάθμιση και σε περίπου 17,5% για τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν αντιστάθμιση.

Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν υπολογισμούς της ΕΒΙΚΕΝ και όχι αυτοτελή, οριζόντια ποσοστά που εγγυώνται την ίδια μείωση στον τελικό λογαριασμό κάθε επιχείρησης. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από τους όρους εφαρμογής του μέτρου, την επιλέξιμη κατανάλωση και τις πρόσθετες χρεώσεις.

Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ειδικότερα ότι το κόστος της ενέργειας δεν εξαντλείται στην τιμή της χονδρικής αγοράς. Στον λογαριασμό προστίθενται και οι χρεώσεις που συνδέονται με τους λογαριασμούς προσαύξησης, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν το όφελος που προκύπτει από την κρατική ενίσχυση.

εσωτερικό ενός εργοστασίου παραγωγής χάλυβα

Το πρόσθετο βάρος από την αγορά εξισορρόπησης

Το ζήτημα των λογαριασμών προσαύξησης αποτελεί ξεχωριστή πηγή ανησυχίας για τη βιομηχανία. Σύμφωνα με στοιχεία του ΑΔΜΗΕ που επικαλείται δημοσίευμα του energypress, την εβδομάδα 14–20 Σεπτεμβρίου η μεσοσταθμική τιμή του ΛΠ3 διαμορφώθηκε στα 29,5 ευρώ/MWh, έναντι 12,8 ευρώ/MWh την προηγούμενη εβδομάδα. Ο ΛΠ2 αυξήθηκε στα 5,7 ευρώ/MWh, από 2,6 ευρώ/MWh, ενώ ο ΛΠ1 διαμορφώθηκε στα 3,5 ευρώ/MWh.

Πρόκειται για επιβαρύνσεις που προστίθενται στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας πέρα από την τιμή της χονδρικής και επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Στην ίδια κατεύθυνση, η ΕΒΙΚΕΝ ανέφερε ότι το συνολικό κόστος των λογαριασμών προσαύξησης ήταν ενδεικτικά περίπου 22 ευρώ/MWh τον Αύγουστο, ενώ τον Σεπτέμβριο είχε ξεπεράσει τα 30 ευρώ/MWh.

Οι συγκεκριμένες τιμές αφορούν διαφορετικές μετρήσεις και χρονικές περιόδους: οι τιμές ΛΠ1, ΛΠ2 και ΛΠ3 είναι εβδομαδιαίοι δείκτες για το διάστημα 14–20 Σεπτεμβρίου, ενώ τα 22 και άνω των 30 ευρώ/MWh αποτελούν εκτιμήσεις της ΕΒΙΚΕΝ για το συνολικό κόστος των λογαριασμών προσαύξησης σε μηνιαία βάση. Δεν πρέπει, συνεπώς, να συγχέονται ή να αθροίζονται μεταξύ τους ως εάν επρόκειτο για την ίδια μέτρηση.

Η ΕΒΙΚΕΝ έχει συνδέσει την άνοδο των χρεώσεων με τον τρόπο λειτουργίας της ελληνικής αγοράς εξισορρόπησης και την απουσία προαγοράς εφεδρικής ισχύος, ζητώντας να αντιμετωπιστεί το πρόσθετο κόστος που μεταφέρεται στη βιομηχανία. Η αποτίμηση των αιτίων και των επιπτώσεων αυτών των χρεώσεων αποτελεί, πάντως, ξεχωριστό ζήτημα από την έγκριση και την εφαρμογή του πακέτου των 95 εκατ. ευρώ.

Το κρίσιμο τεστ θα είναι η εφαρμογή

Το πακέτο των 95 εκατ. ευρώ δημιουργεί μια νέα δυνατότητα άμεσης στήριξης της ενεργοβόρου βιομηχανίας, διευρύνοντας την περίμετρο των επιχειρήσεων που μπορούν να ενισχυθούν. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τους όρους εφαρμογής, την επιλέξιμη κατανάλωση κάθε δικαιούχου και το κατά πόσο η ενίσχυση θα μπορέσει να αντισταθμίσει τις πρόσθετες επιβαρύνσεις της αγοράς.

Για τη βιομηχανία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ανακοίνωση ενός συνολικού ποσού, αλλά η μετατροπή του σε μετρήσιμη ελάφρυνση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Και αυτό θα φανεί όταν ο μηχανισμός εγκριθεί, εξειδικευθεί και οι επιχειρήσεις μπορέσουν να υπολογίσουν το πραγματικό όφελος που δικαιούνται για την κατανάλωση του 2026.

Πηγές: