Νομοσχέδιο ΥΠΕΝ για βιομεθάνιο: Καθιστά μη ρεαλιστικές τις επενδύσεις-στόχο του ΕΣΕΚ, σύμφωνα με τους παραγωγούς βιοαερίου

You are currently viewing Νομοσχέδιο ΥΠΕΝ για βιομεθάνιο: Καθιστά μη ρεαλιστικές τις επενδύσεις-στόχο του ΕΣΕΚ, σύμφωνα με τους παραγωγούς βιοαερίου

Σε θολό επενδυτικό τοπίο αναφέρεται η αγορά, καθώς η πρόταση νόμου για το βιομεθάνιο δεν απαντά στα ζητήματα τιμή – διαγωνιστική διαδικασία – διάθεση

Μη ρεαλιστικές φαίνεται να καθιστά τις επενδύσεις στο βιομεθάνιο που προβλέπονται στο ΕΣΕΚ – Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το σχετικό νομοσχέδιο ΥΠΕΝ, σύμφωνα με τους παραγωγούς βιοαερίου. Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι του κλάδου «το σχέδιο νόμου δεν διευκρινίζει, που θα δίνουμε το βιομεθάνιο, με ποια διαδικασία και σε ποια τιμή». Για να προσθέσουν ότι, παρά το γεγονός ότι αυτό κυοφορείτο επί δύο χρόνια και αναμενόταν ως βασικό βήμα προς την προώθηση της αειφορίας και της «πράσινης ανάπτυξης», έχει εν τούτοις δημιουργήσει «θολό» επενδυτικό τοπίο.

Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου, το οποίο θα βγει σύντομα σε δημόσια διαβούλευση, ρυθμίζει την αδειοδότηση των μονάδων παραγωγής βιομεθανίου, την έγχυσή του στο Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς ή τα Δίκτυα Διανομής Φυσικού Αερίου και την έκδοση Πιστοποιητικών Ανανεώσιμου Αερίου. Παράλληλα, δίνει τη δυνατότητα συνολικής ή μερικής αναβάθμισης υφιστάμενων σταθμών βιοαερίου σε μονάδες βιομεθανίου.

Πλην όμως, σύμφωνα με τους ενδιαφερόμενους, το νομοσχέδιο δεν απαντά στα κρίσιμα επενδυτικά ζητήματα, καθώς δεν καθορίζει ούτε την τιμή πώλησης του βιομεθανίου, ούτε την διαδικασία καθορισμού της τιμής αυτής μέσω ανταγωνιστικού μηχανισμού, αλλά ούτε και ποια θα είναι η κεφαλαιακή στήριξη της αναβάθμισης μονάδων βιοαερίου σε βιομεθάνιο.

Σημειώνεται, ότι η αναβάθμιση των μονάδων βιοαερίου σε βιομεθάνιο θεωρείται ως η πιο γρήγορη και βατή για την ανάπτυξη της αγοράς βιομεθανίου στην Ελλάδα.

Επιπλέον, θεωρεί ότι οι υποδομές μεταφοράς του παραγόμενου βιομεθανίου από την μονάδα παραγωγής μέχρι το δίκτυο μεταφοράς ή διανομής φυσικού αερίου θα είναι ευθύνη του παραγωγού βιομεθανίου, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι από τις λειτουργούσες μονάδες βιοαερίου, τουλάχιστον οι μισές, βρίσκονται μακριά από το δίκτυο, συνεπώς η σύνδεση τους είναι πρακτικά ανέφικτη.

Με βάση αυτά που ήδη προβλέπει το σχέδιο νόμου, αλλά και τα ζητήματα τα οποία στην παρούσα φάση δεν προσδιορίζει (παραπέμποντας τις λεπτομέρειες σε μελλοντική υπουργική απόφαση), τίθεται εν αμφιβόλω ο στόχος του ΕΣΕΚ για την παραγωγή βιομεθανίου, ενεργειακού ύψους 2,1 TWh (2,1 τεραβατώρες) το χρόνο μέχρι το 2030.

Σήμερα, δεν υπάρχει ούτε μία τεραβατώρα. Σύμφωνα όμως με τα στοιχεία του ΚΑΠΕ, βρίσκονται σε λειτουργία 86 σταθμοί βιοαερίου, με ενέργεια καυσίμου 1,4 TWh, ισχύ 124,5 MW και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας 624 GWh.

Πρακτικά μιλώντας, για να υλοποιηθεί ο στόχος του 2030, θα πρέπει τουλάχιστον οι 38 από τους υπάρχοντες σταθμούς να επενδύσουν μέσα σε πέντε χρόνια τουλάχιστον 70-100 εκ. ευρώ προκειμένου να μετατρέψουν την τεχνολογία του βιοαερίου σε βιομεθάνιο και να συνδεθούν με το δίκτυο, χάνοντας επιπλέον τις εγγυημένες τιμές, βάσει των συμβολαίων τους. Εφόσον ισχύσει αυτό το αισιόδοξο σενάριο, η εκτιμώμενη παραγωγή βιομεθανίου θα είναι της τάξης 0,9 TWh. Επιπλέον, θα πρέπει να εγκατατασταθούν και 45 νέοι σταθμοί βιομεθανίου με εκτιμώμενη παραγωγή 1,2 TWh, επενδύοντας περίπου 300 εκ. ευρώ.

Δύσκολα τα πράγματα και ειδικά για έναν κλάδο για τον οποίο πρόσφατη μελέτη της ελεγκτικής εταιρείας Deloitte αποκαλύπτει ότι δυσκολεύεται με την πλειοψηφία των εταιρειών παραγωγής βιοαερίου να είναι ζημιογόνες και να λειτουργούν σε επίπεδο δυναμικότητας της τάξεως του 50% (δηλαδή στο μισό από αυτό που θα μπορούσαν να παράγουν).

Δεν αναγνωρίζεται η περιβαλλοντική συνεισφορά

Το σημαντικότερο όμως είναι, ότι η συνολικότερη φιλοσοφία του νομοσχεδίου δεν φαίνεται να αναγνωρίζει τη συμβολή του βιοαερίου – βιομεθανίου στην διαχείριση των επικίνδυνων αγροτο-βιομηχανικών, βιοτεχνικών και κτηνοτροφικών αποβλήτων, σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου βιοαέριο και βιομεθάνιο γνωρίζουν εκρηκτική άνθιση.

Σημαντικοί επενδυτές του χώρου υπενθυμίζουν ότι κάθε χρόνο οι μονάδες του βιοαερίου παραλαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες τόνους αποβλήτων αυτής της κατηγορίας, τα οποία αδρανοποιούνται και στη συνέχεια επιστρέφουν πίσω σε μεγάλο βαθμό ως βιολογικό λίπασμα.

Τι λένε οι παραγωγοί

«Είναι πολύ μεγάλο το περιβαλλοντικό όφελος που θα μπορούσαμε να έχουμε από μια διαφορετική οργάνωση και αξιοποίηση των αποβλήτων αυτής της κατηγορίας», τόνισε τις προάλλες σε συνέδριο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, ο κ. Ευρυπίδης Δοντάς, βασικός μέτοχος μιας από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιοαέριο στην Ελλάδα. Για να προσθέσει, ότι με βάση τις ευρωπαϊκές πρακτικές, η χώρα μας, μπορεί να περιορίσει το πρόβλημα των αγροτο-βιομηχανικών αποβλήτων, οργανώνοντας με πιο επιθετικό και οργανωμένο τρόπο τη συλλογή τους.

Αναφερόμενος μάλιστα στην εμπειρία από τις πρακτικές που ακολουθεί η δική του μονάδα (συλλέγει σε καθημερινή βάση αγροτικά κυρίως απόβλητα τα οποία στη συνέχεια επεξεργάζονται ενεργειακά), εκτίμησε, ότι εφόσον επιβληθούν οι σωστοί κανόνες από την Πολιτεία προς τους παραγωγούς των αποβλήτων, θα υπάρξει πολλαπλό περιβαλλοντικό αλλά και οικονομικό όφελος για τη χώρα.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο κ. Ηλίας Τσοτάκος, η εταιρεία του οποίου αξιοποιεί μέσω δυο μονάδων βιοαερίου, απόβλητα αγροτικών καλλιεργειών, κάνοντας επίσης πράξη το «waste to energy». Αναφέρεται συγκεκριμένα στο παράδειγμα του κατσίγαρου, βασικού υποπροϊόντος που εξάγεται από τα ελαιοτριβεία και το οποίο είναι «τοξικό» και ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το περιβάλλον. Ο κατσίγαρος, σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν μονάδες βιοαερίου, όπως η Πελοπόννησος και η Κρήτη, καταλήγει τελικά στη θάλασσα και, με τις πολυφαινόλες που περιέχει, δεσμεύει οξυγόνο από τους ζωντανούς οργανισμούς. Δεδομένου ότι παράγονται συνολικά έως και τέσσερα εκ. τόνοι κατσίγαρου το χρόνο, στις περιοχές όπου δεν γίνεται αδρανοποίησή του, κολυμπάμε τελικά …με την παρουσία του, τονίζει ο κ. Τσοτάκος. Για να προσθέσει ότι «τελικά στην Ελλάδα, ο ρυπαίνων δυστυχώς δεν πληρώνει».

biomethanio

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο και τα επίμαχα σημεία

Τι προβλέπει όμως στα βασικά του σημεία, το σχέδιο νόμου από την έκβαση του οποίου θα εξαρτηθεί η ανάπτυξη της αγοράς βιομεθανίου.

Χωρίς τιμή πώλησης και καθορισμό της ανταγωνιστικής διαδικασίας

Προβλέπει καταρχάς, ότι η παραγωγή βιομεθανίου δηλαδή «πράσινου» φυσικού αερίου θα μπορεί να διοχετεύεται στο δίκτυο του φυσικού αερίου είτε της μεταφοράς, είτε της διανομής. Το νομοσχέδιο όμως δεν καθορίζει ούτε την τιμή πώλησης του βιομεθανίου ούτε και την διαδικασία καθορισμού αυτής της τιμής μέσω ανταγωνιστικού μηχανισμού.

Το σχέδιο νόμου ορίζει, επίσης, ότι οι μονάδες βιοαερίου, δηλαδή οι μονάδες που στην παρούσα φάση χρησιμοποιούν το βιοαέριο που παράγουν για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θα μπορούν να μετατρέπονται σε μονάδες παραγωγής βιομεθανίου. Δεν φαίνεται όμως να λαμβάνει υπόψη ότι η πλειοψηφία των μονάδων βρίσκεται αρκετά μακριά από το δίκτυο, συνεπώς η σύνδεση τους είναι πρακτικά ανέφικτη πρωτίστως για οικονομικούς λόγους.

Στην ευθύνη του παραγωγού το κόστος του αγωγού μεταφοράς

Ειδικότερα, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η κατασκευή αγωγού μεταφοράς του παραγόμενου βιομεθανίου από την μονάδα παραγωγής μέχρι το δίκτυο μεταφοράς ή διανομής φυσικού αερίου, θα είναι ευθύνη του παραγωγού βιομεθανίου, ο οποίος θα καλύπτει και το σχετικό κόστος. Όπως εκτιμάται, το κόστος αυτό θα είναι δυσβάσταχτο έως απαγορευτικό για τους περισσότερους παραγωγούς βιοαερίου-βιομεθανίου, αφού, για παράδειγμα, η κατασκευή ενός αγωγού μήκους 10 χιλιομέτρων μπορεί να στοιχίσει πάνω από ενάμιση εκατομμύριο ευρώ. Είναι προφανές, ότι όσο πιο μακριά βρίσκεται μια μονάδα από το δίκτυο, τόσο πιο ανέφικτη θα γίνεται αυτή η διαδικασία.

Δεν προσδιορίζεται η κεφαλαιακή στήριξη

Για την κατασκευή μονάδων αναβάθμισης βιοαερίου σε βιομεθάνιο, που απαιτούν επενδυτικό κεφάλαιο εκτιμώμενο από την αγορά ανάμεσα στο 1,5-2 εκ. ευρώ, το σχέδιο νόμου αναφέρει ότι μπορεί να υπάρξει κεφαλαιακή στήριξη, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποια είναι αυτή και πως θα προέλθει.

Τι θα γίνει με την εφοδιαστική αλυσίδα

Σημειώνεται ότι τα 4/5 των ήδη υπαρχουσών μονάδων βιοαερίου είναι μεταξύ 100 KW και 999 KW, δηλαδή πολύ μικρές σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Μ. Βρετανία και επιπλέον αντιμετωπίζουν πρόβλημα εύρεσης πρώτης ύλης, θέμα το οποίο επιχειρεί ήδη να αντιμετωπίσει το ΥΠΕΝ δημιουργώντας εφοδιαστική αλυσίδα για τις μονάδες παραγωγής βιοαερίου – βιομεθανίου από την πρωτογενή παραγωγή και τα προδιαλεγμένα αστικά βιοαπόβλητα.

Αναλυτικότερα, το ΥΠΕΝ, ήδη προκήρυξε και τρέχει με γρήγορες διαδικασίες ανοιχτό διαγωνισμό για την ανάθεση Ειδικού Σχεδίου Δράσης και οδικού χάρτη ενεργειών για τη μετάβαση σε μια κυκλική βιοοικονομία. Το Σχέδιο θα συμπεριλαμβάνει τις ποσότητες, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο συγκέντρωσης της πρώτης ύλης που χρειάζονται οι μονάδες παραγωγής βιοαερίου – βιομεθανίου για να λειτουργήσουν.

Η ενεργειακή αξιοποίηση της πρώτης ύλης που θα συγκεντρωθεί δηλαδή η χρήση τους ως δευτερογενής πρώτη ύλη προβλέπεται με βάση τον εθνικό σχεδιασμό σε εφαρμογές όπως η ανάκτηση ενέργειας και θερμότητας σε μονάδες βιοαερίου, η ανάκτηση ενέργειας σε μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης ή αποτέφρωσης κ.λπ.

Η μεγάλη ευκαιρία της ναυτιλίας

Πάντως, ενώ η ανάπτυξη του βιομεθανίου στη χώρα μας περνά από σαράντα κύματα, έχει ήδη ανατείλει μια μεγάλη ευκαιρία για το βιομεθάνιο, που είναι η απορρόφησή του στο πλαίσιο των νέων περιβαλλοντικών απαιτήσεων για τη ναυτιλία, καθώς “πρασινίζει” το LNG που είναι το πιο αξιόπιστο περιβαλλοντικά και πλέον οικονομικό εναλλακτικό καύσιμο.

Όπως έχει επισημάνει ο Αλέξανδρος Λαγάκος, Διευθύνων Σύμβουλος της Blue Grid και επικεφαλής της Molgas για Ελλάδα και Νοτιοανατολική Ευρώπη, κατά τη διάρκεια του 2ου Φόρουμ «Ενεργειακή Αξιοποίηση Αποβλήτων, Βιομάζα, Βιομεθάνιο» της Α Energy, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία του ΥΠΕΝ, τον επιστημονικό συντονισμό του ΚΑΠΕ και της ΕΕΔΣΑ και την υποστήριξη της Deloitte Greece, «το Bio LNG και το βιομεθάνιο συνολικότερα έχουν απόλυτο εμπορικό νόημα, καθώς προσφέρουν μια ικανοποιητική λύση με λελογισμένο κόστος και απολύτως ρεαλιστική στην εφαρμογή, σε τομείς που είναι πρακτικά δύσκολο να απανθρακοποιηθούν, όπως οι οδικές και οι θαλάσσιες μεταφορές. Επιπλέον, αποτελούν όχημα για τη συνέχεια και την αξιοποίηση σημαντικών κατακτήσεων, οι οποίες χρειάστηκαν δεκαετίες προκειμένου να υλοποιηθούν, όπως τα δίκτυα φυσικού αερίου και οι εφοδιαστικές αλυσίδες για το LNG συνολικότερα».